Archive for the ‘Φ’ Category

h1

ΜΟΥ’ ΛΕΙΨΕΣ ΠΟΛΥ, ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ…

February 1, 2007

Μού ’λειψες πολύ, πάρα πολύ
μ’ ακόμα περισσότερο μού λείπει
ο πόνος της απουσίας σου

Έρωτα

1η Φεβρουαρίου 2007
.
h1

ΗΘΕΛΕ ΝΑ ‘ΝΑΙ ΣΚΙΟΥΡΑΚΙ

December 6, 2006

Εγώ, ήθελα να ‘μαι Δελφίνι.

Ένα μικρό χαρούμενο ασημένιο Δελφίνι της χάρισα, το πρώτο βράδυ, ενθύμιο από τη Βαγδάτη, απ’όπου μόλις είχα γυρίσει. Το φόρεσε αμέσως στο λαιμό της, και δεν το ξαναέβγαλε από επάνω της.

Όταν χωρίσαμε, πάει πιά πάνω από χρόνος, μού επέστρεψε όλα όσα τής είχα χαρίσει σε δυόμισι χρόνια. Εκτός από το δελφινάκι.

Πάλι κοιτούσα παλιές φωτογραφίες, ναι… Κι έκανα ζουμ στο δελφινάκι, στο κέντρο του στήθους της. Το δελφινάκι εδώ. Το δελφινάκι εκεί. Το δελφινάκι στο Παρίσι. Το δελφινάκι στη Ρώμη. Το δελφινάκι στα βουνά. Το δελφινάκι στα νησιά…

Πού να είναι τώρα το δελφινάκι μου…
.

h1

ΤΟ ΤΣΟΥΤΣΟΥΡΑΚΙ

August 26, 2006

Με αφορμή μια παραίνεση του Νίκου Δήμου

Στο βρώμικο πάτωμα σέρνεται ένα μικρό, βρώμικο, γούνινο σκιουράκι.

Έλαμπες εκείνο το βράδυ που σε γνώρισα, μέσα στο κατάλευκό σου φόρεμα. Έλαμπε το ευγενικό σου πρόσωπο, έλαμπαν τα τεράστιά σου μάτια, έλαμπαν τα μαργαριταρένια σου δόντια όταν γελούσες, τι όμορφα που γελούσες, έλαμπαν τα μακρυά σου τα μαλλιά, έλαμπε η κελαρυστή σου η φωνή. Ήσουν ολόκληρη μια γιορτή, σαν να σε τύλιγε μία απόκοσμη μαγική αύρα, αύρα γοητείας, αύρα ομορφιάς, αύρα Έρωτα.

Έλαμπες μέσα στην ανθισμένη σου νεότητα σαν παιδούλα. Ήμασταν άλλωστε σχεδόν παιδιά. Μπήκαμε για πλάκα σε ένα κατάστημα παιχνιδιών. Μού χάρισες ένα μικρό γούνινο σκιουράκι.

Δεν ήταν τυχαίο. Τσουτσουράκι σε φώναζα, σκιουράκι στα παιδακίσια. Σαν σκιουράκι κούρνιαζες μέσα στην αγκαλιά μου, μαζεύοντας την φουντωτή σου ουρίτσα, ακουμπώντας απαλά το κεφάλι σου στο στήθος μου.

Όμως ποτέ δεν το χώνεψα αυτό το σκιουράκι, αν και ποτέ δεν σού το είπα, για να μην σε στεναχωρήσω. Είχε μια μουρίτσα λυπημένη, κακότροπη, με τις άκρες του στόματος να κρέμονται, σε μιάν έκφραση που έμοιαζε με την δική σου, όταν στραβομουτσούνιαζες, όταν σ’ έπιανε το παράπονο, που σ’ έπιανε συχνά… Και για ασήμαντες αφορμές, ή τουλάχιστον αφορμές που εγώ θεωρούσα ασήμαντες…

Όταν έφυγες , σού επέστρεψα τα πολύτιμα, μάζεψα όλα τα υπόλοιπα δώρα σου σε μια μεγάλη σακούλα, και την έθαψα στο βάθος ενός ντουλαπιού. Όλα σου τα δώρα, εκτός από ένα.

Δεν την έχω αγγίξει από τότε αυτήν την σακούλα, αλλά ούτε στιγμή δεν σκέφτηκα να την πετάξω. Μπορεί στο βάθος να πιστεύω ότι μια μέρα θα ξαναγυρίσεις. Στο “ρήχος”, δεν θέλω να σε ξαναδώ.

Αντιπαθούσες τις γάτες, δεν ήθελες να πάρουμε γατάκι. Το γατάκι μου όμως τρελλαίνεται για το σκιουράκι. Το κουβαλάει πέρα δώθε, παλεύει μαζί του, είναι το αγαπημένο της παιχνίδι. Την παρακολουθώ να το κουρελιάζει σιγά σιγά, και μια βαθιά χαιρεκακία που με εκπλήσσει αναδύεται από το βάθος της συνείδησής μου, δίνοντάς μου μια διεστραμμένη ικανοποίηση.


Πέρασε καιρός, αλλά οι πληγές δεν έκλεισαν. Ποτέ δεν κλείνουν. Αρκεί ένα ερέθισμα, μια μνήμη, για να σε ξαναφέρει στη μνήμη του νου και του κορμιού. Με αβάσταχτο πόνο.

Στο πάτωμα όμως σέρνεται πέρα δώθε ένα βρώμικο γούνινο σκιουράκι.

Είναι κι αυτό μια ανακούφιση.

h1

ΑΝΕΠΙΔΟΤΟΝ

July 18, 2006
Αγαπημένο μου Φιλάκι

Μού είναι δύσκολο να σού γράψω αυτό το γράμμα. Μού είναι δύσκολο ακόμα και να σε αποκαλώ “αγαπημένη μου, αγάπη μου”. Ακούγεται τόσο παράξενο μέσα στο μυαλό μου. Αγάπη μου. Αγάπη μου. Σκέψου να το πρόφερα κιόλας. Δε θα το κάνω, δεν υπάρχει λόγος. Αλλά τότε, γιατί πλημμύρισαν τα μάτια μου δάκρυα;

Ξέρω πως δε με έχεις συγχωρήσει που σε αρνήθηκα. Μού ευχήθηκες όμως, σε ένα από τα ελάχιστα SMS που μού έστειλες από τότε, να είμαι καλά, και η ζωή μου να είναι όμορφη. Λοιπόν, δεν είμαι καλά, και η ζωή μου δεν είναι όμορφη. Αλλά ποτέ δε θα στο πω… Δεν δικαιούμαι πιά να σού μιλώ για τις έγνοιες μου, τους φόβους μου, τις ανησυχίες μου, τις ατυχίες μου, ούτε και για τις χαρές μου, για τις επιτυχίες μου…

Σού γράφω όμως αυτό το ανεπίδοτο γράμμα, σήμερα ειδικά, γιατί σού έχω μερικά δώρα. Δώρα πικρά, δώρα που με κάνουν να πονώ, και που νομίζω πως θα πονούσαν κι εσένα. Πρέπει όμως να σού τα χαρίσω, έστω εικονικά. Λοιπόν, ορίστε :


Πρώτα πρώτα, αυτές οι πυροβολημένες μου σκέψεις, κι αυτή η παλιά φωτογραφία, από τότε…

Ναι, ένα τραγούδι που σπαράζει, τί άλλο;
Το έγραψε, από μένα για σένα, ένας άγνωστός μου ξένος. Σού έχω όμως φυλαγμένα και κάμποσα δικά μου, έτσι κι αλλιώς, δεν θα τα ακούσεις ποτέ…

Κι ένα ποίημα.

Το πρώτο μέρος το έγραψα πάνω στο καράβι την ημέρα που σε άφησα κι έφυγα, την ημέρα που σε είδα για τελευταία φορά, που άκουσα τη φωνή σου για τελευταία φορά, που σε άγγιξα για τελευταία φορά. Το υπόλοιπο το έγραψα στην Σαντορίνη, μόνος μου, λίγες μέρες μετά. Έβλεπα συνέχεια φρικτούς εφιάλτες, για καιρό, σού το είπα; Νά’ το…

ΟΥΤΕ ΕΝΑ ΔΑΚΡΥ

Δεν έμεινε πιά ούτε ένα δάκρυ. Μόνο κάτι θλιβερά ολοκαίνουργια σπίτια, όπου κανείς δεν θα κατοικήσει, αφού εσύ πάντα θα φεύγεις.
Και σε παρακαλούσα, μείνε, μη φεύγεις, μείνε μαζί μου, σε χρειάζομαι, μη μού φεύγεις, μείνε… Αλλά εσύ έφευγες, για κάποιες “Αρχές”. Κι όταν επέστρεφες, σε ρωτούσα, έχεις κάτι να μού πεις; Και δεν είχες, τίποτα.
Προσπάθησα να σε εξαργυρώσω με κακία στο πρακτορείο, αλλά δεν είχες πιά ούτε αυτήν την αξία. Κι ανέβηκα στο καράβι. Και το καράβι έφυγε, και ο κόσμος γύρω, να μην έχει ιδέα, πως ο κόσμος, ολόκληρος ο κόσμος, γκρεμίστηκε… Και πως όταν η καρδιά πονάει υπερβολικά, αποτεφρώνεται. Και δε μένει πιά ούτε ένα δάκρυ. Ούτε ένα.

Δαίδαλος, 2 Αυγούστου 2005

ΤΟ ΠΛΑΤΥΣΚΑΛΟ

Ύστερα ήρθανε τα μαύρα πουλιά, κρώζοντας φριχτά. Μόνο οι κρωξιές τους αντηχούν τώρα ολόγυρα, και ο κρότος από το αίμα που παγώνει.
Εμείς τα φέραμε. Φέραμε τα κοράκια, να διώξουνε τους γλάρους και τα χελιδόνια.
Κι ήρθανε, τα μαύρα πουλιά, να κάνουνε τι; Ήρθανε να λερώσουν με σάπιο αίμα την ένωση των κορμιών μας, να σκεπάσουν με μαυρίλα την ψυχή μας, να ακρωτηριάσουν την αγάπη μας, να σκυλεύσουν το κουφάρι του έρωτά μας.
Φέραμε τα κοράκια, να αποσυνθέσουν τις ζωές μας, τις σφιχταγκαλιασμένες πάνω στο πέτρινο πλατύσκαλο, που δεν βγάζει πια επάνω, μόνο κάτω, κάτω, στο γκρεμό, κάτω, στην άβυσσο, κάτω, ως το τέλος.

Ολάνθιστη περίμενες εγώ να σε μυρίσω
Ολόγλυκη, πανέμνοστη, κι ήρθα να σε τρυγήσω
Μα το νεκρό λουλούδι πρέπει να το κόβεις
Κι όταν πεθαίνει ο έρωτας, πικρά να τον πενθείς.

Οία, 5 Αυγούστου 2005

Δεν το ξέχασες, Φιλάκι μου, ε;
Σήμερα, 18 Ιουλίου, θα κλείναμε τρία χρόνια μαζί.

h1

ΌΤΑΝ ΣΕ ΔΩ

May 4, 2006

Όταν σε δω μαζί με κάποιον άλλον

ό,τι απόμεινε από τη ζωή
θα ξεψυχήσει

Θα τού κρατάς το χέρι
θα περπατάτε αγκαλιά
κάποια στιγμή, μπορεί να σε φιλήσει
μπορεί, τίποτα απ’όλα αυτά, απλά νά’ναι μαζί σου
για λίγο, για πολύ,
για μια ζωή

απ’τη δική μου, όμως, τη ζωή
ό,τι απόμεινε
θα ξεψύχησει

γιατί ζωή μου,
Φιλάκι, Φιλουδάκι μου, Φιλιώ,
μοναδική μου αγάπη,
ήσουν εσύ.


h1

ΤΗΣ ΈΓΡΑΦΑ,ΤΌΤΕ..

March 25, 2006
Έλα μαζί μου
να ταξιδέψουμε σε άγνωστες θάλασσες
σε ξεχασμένα μονοπάτια
σε μακρινούς, απρόσιτους τόπους
σε νέους τρόπους

Έλα μαζί μου στη χαρά και στη λύπη
στο γλυκό καρδιοχτύπι
στο θυμό, στο χαμόγελο, στην απελπισία
έλα μαζί μου, στην ευτυχία
έλα μαζί μου στη ζωή μου, αγάπη μου
αγάπη μου

μαύρος γάτος
ιανουάριος 2004
για την Φ.
(το Φ. μου)

h1

ΤΏΡΑ

March 25, 2006

Τώρα, δε βιάζομαι πια
βιαζόμουν να έρθω σε σένα
Δεν χαίρομαι πια
χαιρόμουν να σε κάνω να γελάς
Δε ζω πιά
γιατί δίπλα σ’εσένα μόνο ζούσα.

Μαύρος Γάτος 2005
για τη Φ.
(το Φ. μου)

h1

ΤΗΣ ΈΓΡΑΦΑ,ΤΌΤΕ..

March 25, 2006

Έζησα, άραγε, πριν σ’αγαπήσω;
Μέσα στο στήθος μου ανασαίνε, ποιός;
Ποιός περιέφερε τα βήματά μου, σε ποιούς δρόμους;
Ποιός την υπέφερε τη μοναξιά μου, με ποιούς τρόμους;
Έζησα, άραγε, πριν σ’αγαπήσω;
Και αν σε χάσω, σε ποιόν ξένο θα ξεφτίσω;

Μαύρος Γάτος
Φθινόπωρο 2004
για την Φ.
(το Φ. μου)

h1

Ο ΆΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΈΧΑΣΕ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΆ ΤΟΥ

January 22, 2006

Μάλλον έχω παραισθήσεις
στον καθρέφτη του ασανσέρ έμοιαζα όντως με γάτο

“Όλες οι γυναίκες είναι τρεελέεες, χωρίς αυτές δεν κάaaaaνω”
τραγουδούσε δυνατά ένας νεαρός

“σταμάτα ρε μαλάκα, μας ακούν”, τον μάλωσε ο κολλητός του

“εμένα δεν μού αρέσει η πολλή ζέστη” είπε μιά χοντρούλα, τυλιγμένη στο χοντρό της πανωφόρι

δυό μαντράχαλοι παίζανε γελώντας κυνηγητό

“οι πορτοφολάδες”, είπε ένας ψηλός, με στομφώδες ύφος, τον είχαν τρομάξει,
“μπορούν να σού πάρουνε το πορτοφόλι, την τσάντα, το μπουφάν, και να μην τους καταλάβεις”

Oι περαστικοί με αποφεύγουν, δεν πέφτουν επάνω μου
δεν περνάνε από μέσα μου
μάλλον, ακόμα υπάρχω

“να σού δείξω το μυστικό;” είχε πει το Φιλάκι
“η γραμμή στο κλειδί πρέπει να είναι από πάνω”

κι άνοιξε την καινούργια εξώπορτα της πολυκατοικίας

τώρα πιά, έμαθα, ανοίγω μόνος μου.
Καληνύχτα, κόσμε.

h1

Πού κατοικεί…

January 19, 2006

Ο_Χρόνος
κατοικεί
μέσα στα μάτια
του αγαπημένου
που έχεις
καιρό
να τον δεις