Δεν μπορώ να το ξεπεράσω.
Δεν ΠΡΕΠΕΙ να το ξεπεράσω.
ΜΗΝ το ξε-περάσεις κι εσύ.
Η αξιοπρέπεια στη ζωή και στο θάνατο ΔΕΝ είναι προνόμιο ημών των απ’ έξω.
Μερικά ακόμα θλιβερά δεδομένα για την κατάσταση στις ελληνικές φυλακές
.

Δεν μπορώ να το ξεπεράσω.
Δεν ΠΡΕΠΕΙ να το ξεπεράσω.
ΜΗΝ το ξε-περάσεις κι εσύ.
Η αξιοπρέπεια στη ζωή και στο θάνατο ΔΕΝ είναι προνόμιο ημών των απ’ έξω.
Μερικά ακόμα θλιβερά δεδομένα για την κατάσταση στις ελληνικές φυλακές
.

τραγουδά ο Alan Stivell
από το δίσκο “L’ âme de la Bretagne (η ψυχή της Βρετάννης)”
απόδοση: Μιλτιάδης Θαλασσινός

Τρία ναυτάκια κινούν
τραλαλά, λαραλά
τρία ναυτάκια κινούν
για μακρινό ταξίδι
για μακρινό ταξίδι, ναι
για μακρινό ταξίδι
Τους φέρνει ο άνεμος
τραλαλά, λαραλά
τους φέρνει ο άνεμος
στο Νέο εκεί τον Κόσμο
ρίχνουνε την άγκυρα
πλάι στον παλιό το μύλο
Στον μύλο τον παλιό
τραλαλά, λαραλά
στον μύλο τον παλιό
δουλεύει μια κοπέλα
……
χλωμιάζει, και ρωτάει με
να μάθει πού με ξέρει
“στη Νάντη γνωριστήκαμε
εκεί δώσαμε Λόγο
στην Νάντη μες στην αγορά
σού δίνω δαχτυλίδι
φτωχοί εμείς κι αν είμαστε
να γίνουμε ζευγάρι”
“σπίτι και βιός δεν έχουμε,
ούτε αχυρένιο στρώμα
ούτε κουβέρτα και προικιά
και μαλακό κλινάρι”
“στο πάτωμα κοιμόμαστε,
στο χωματάκι επάνω”
“σαν το ζητιάνο νά ‘μαστε
στο πάτωμα που γέρνει;”
“νά μαστε σαν την πέρδικα
που κάθε αυγή το δρόμο παίρνει…”
……
σωπαίνει το τραγούδι μου
κι αν ξέρεις, τέλειωσέ το…
Tri martοlod Yaouank
tra la la la digatra
Tri martοlod Yaouank
o vonet a veajin
O vonet a veajin ge
o vonet a veajin
Gant’n avel bet kase
tra la la la digatra
Gant’n avel bet kaset
betek an Douar-Nevez
Betek an Douar-Nevez ge
betek an Douar-Nevez
E-kichen Meilh-ar-Wern
tra la la la digatra
E kichen Meilh-ar-Wern
o deus mouilhet o eoriou
O deus mouilhet o eoriou ge
o deus mouilhet o eoriou
Hag e-barzh a Veilh-se
tra la la la digatra
Hag e barzh a Veilh-se
e oa ur servijourez
E oa ur servijourez ge
e oa ur servijourez
Hag e c’houlenn ganin
tra la la la digatra
Hag e c’houlenn ganin
pelec’h hor graet konesans
Pelec’h hor graet konesans ge
pelec’h hor graet konesans
E Naoned er marc’had
tra la la la digatra
E Naoned er marc’had hor
boa choazet ur walenn
.

Αντιγραφή από τον Βασίλη – Silver
Ίσως αυτό το κείμενο δε θα έχει καμία επιρροή στους Έλληνες, στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο, ίσως δεν έχει νόημα γι’αυτούς.
Γιατί είμαστε πρόσφυγες; Υποφέρουμε από 30 χρόνια πολέμων στο Αφγανιστάν. Αγανακτήσαμε απ’τον πόλεμο και τη βία. Γι’αυτό βρισκόμαστε στις πύλες της Ευρώπης αναζητώντας άσυλο.
Αν εμείς, οι οικογένειές μας, τα μικρά παιδιά μας, οι φίλοι μας δεν είχαμε υποστεί τη βία, τον πόλεμο και την τρομοκρατία (τις βόμβες και τις ρουκέτες) στη χώρα μας, δε θα είχαμε καταφύγει σαν πρόσφυγες σε καμία χώρα και δε θα ήταν αυτό το μοναδικό χαρακτηριστικό που βλέπουν όλοι σε εμάς, του πρόσφυγα.
Ζούμε σε παραπήγματα φτιαγμένα από χαρτόνι και πλαστικό, κάτω από τον ήλιο και την ανυπόφορη ζέστη, δεν έχουμε νερό και τροφή, ούτε ηλεκτρικό και τα βασικά αγαθά για τη ζωή. ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΝΘΡΩΠΟΙ. Θέλουμε να ζήσουμε τη ζωή μας όπως κάθε φυσιολογικός άνθρωπος αλλά η αστυνομία, το λιμενικό, κάποιοι Έλληνες που ζουν γύρω απ’τον καταυλισμό μάς αντιμετωπίζουν σαν να μην είμαστε ανθρώπινα πλάσματα.
Απ’τους ήχους των όπλων και των εκρήξεων, από τα κατεστραμμένα και καμμένα σπίτια έχουμε μαύρες αναμνήσεις. Όπου κι αν πήγαμε, αντί για τη βοήθεια που αναζητούσαμε βρήκαμε τιμωρία. Ζητήσαμε από την ελληνική κυβέρνηση και την ευρωπαϊκή ένωση, μια καλή μεταχείριση σχετικά με τη ζωή. Δεν είμαστε ευτυχισμένοι με τη ζωή και τα προβλήματα που έχουμε στην Πάτρα.
Δεν είμαστε εγκληματίες, μη μας κατηγορείτε και μη μας φέρεστε σαν εγκληματίες.
Δραπετεύσαμε από το Αφγανιστάν εξαιτίας του πολέμου, της βίας, της αδικίας και της ανασφάλειας. Διασχίζουμε χιλιάδες μίλια κάτω από αμέτρητους κινδύνους για να βρούμε καλύτερη ζωή, ελευθερία και δημοκρατία αλλά δε βρήκαμε τίποτα εδώ.
Πού είναι εκείνος ο Μεσσίας που μιλούσε για δικαιοσύνη, ελευθερία; Υπάρχει κανείς που να ακούει τη φωνή μας;
Είμαστε ήδη φυλακισμένοι στον καταυλισμό μας και ακόμα κι αυτόν θέλουνε να τον καταστρέψουν. Κάθε φορά που βλέπουμε τους τραυματισμένους αδερφούς μας, με σπασμένα χέρια, σπασμένα κεφάλια, σπασμένες καρδιές τότε κι η ψυχή σπάει, σκοτεινιάζει -ψυχορραγούμε.
ΑΦΓΑΝΟΙ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΠΑΤΡΑΣ

Κοιμάται σ’ ένα στρώμα στο πάτωμα, στο πατάρι μιας αποθήκης, μαζί με δεκάδες άλλους συμπατριώτες της. Κάθε πρωί φοράει ένα μικρό κασελάκι στο λαιμό και παίρνει τους δρόμους, να πουλήσει την φτωχική της πραμάτεια- μπιχλιμπίδια και ψευτοπράγματα, ευτελούς αξίας. Επιστρέφει αργά κάθε βράδυ στην κοινόβια τρώγλη της.
Τις Κυριακές τη στήνει πάντα στο ίδιο στέκι. Απλώνει πάνω στο πεζοδρόμιο το εμπόρευμα, πιο πλούσιο και πιο ογκώδες από τις καθημερινές. Περνάει όλην την ημέρα εκεί, δίπλα στο υπαίθριο μαγαζάκι της, δεν απομακρύνεται λεπτό. Τι τρώει; Πού κάνει τις ανάγκες της; Κανείς δεν ξέρει. Κανείς δεν ενδιαφέρεται να μάθει.
Μια μέρα βρήκανε στο υπόγειο μιας από τις παρακείμενες πολυκατοικίες λίγα κακά, πάνω σε μιαν εφημερίδα. Όλες οι υποψίες έπεσαν πάνω στην Κινέζα. Το γεγονός μαθεύτηκε στην πολυκατοικία, κι από τότς όλοι την κοιτούν με καχυποψία και αποτροπιασμό.
Για σκέψου, πόσα δισεκατομμύρια εξαθλιωμένοι Κινέζοι υπάρχουν στον κόσμο. Σκέψου ένα απειροελάχιστο ποσοστό από αυτούς να έρχονταν ν’ αφοδεύσει στο υπόγειό μας. Σε λίγο θα πλημμυρίζαμε στα σκατά.
Μικρά Κινέζικα σκατά.
4-3-2008

So, so you think you can tell Heaven from Hell,
Λες, λες πως έμαθες πιά, τη διαφορά, τί ‘ναι Κόλαση, τί Παράδεισος
blue skies from pain
τί λιακάδα τί πόνος
Can you tell a green field from a cold steel rail?
Ξεχωρίζεις ένα λιβάδι από μια κρύα ατσαλένια ράγα ;
A smile from a veil?
Ένα χαμόγελο από μια πλερέζα;
Do you think you can tell?
Ξέρεις τη διαφορά;
And did they get you to trade your heroes for ghosts?
Σε καταφέραν ν’ ανταλλάξεις τους ήρωές σου με φαντάσματα;
Hot ashes for trees?
Τα δέντρα με καυτές στάχτες;
Hot air for a cool breeze?
Το δροσερό αεράκι με πύρινους εφιάλτες;
Cold comfort for change?
Την αλλαγή με παγερή χλιδή ;
And did you exchange a walk on part in the war for a lead role in a cage?
Πούλησες τη θέση σου στην επιστράτευση για να πρωταγωνιστήσεις σ’ ένα κλουβί;
How I wish, how I wish you were here
Αχ και νά, αχ και νά ‘σουν εδώ
We’re just two lost souls swimming in a fish bowl, year after year,
Δυό χαμένες ψυχές, που κολυμπάμε σε μια γυάλα, χρόνο το χρόνο,
Running over the same old ground
Τρέχουμε στα ίδια και στα ίδια μέρη, γύρω γύρω
What have we found? The same old fears
Και τί βρίσκουμε; Τους παλιούς μας φόβους
Wish you were here
Αχ και νά ‘σουν εδώ
Pink Floyd
Μετάφραση: Μιλτιάδης Θαλασσινός

Τώρα καλοί και κακοί έχουν ρίξει πιά τις μάσκες, έχουν εγκαταλείψει όλα τα προσχήματα, κι έχουν αναμιχθεί μεταξύ τους, σε μιαν αηδιαστική και βρωμερή μαζική παρτούζα. Την έκπληξη και την οδύνη των πολλών, τη διαδέχτηκε η παράλυση, η απάθεια, και η ενσωμάτωση στο όργιο. Ίσως, όχι άδικα.
Είναι πολύ αργά για ν’ αντιδράσεις. Και πολύ νωρίς, ταυτόχρονα.
Μοιάζουν όλα γύρω σκοτεινά, παγωμένα, και νεκρά.
Σαν τους δρόμους της Πόλης, στις τέσσερις το πρωί, στη μέση του Χειμώνα.


Μια μέρα, κοντά στο ηλιοβασίλεμα, ένας συνηθισμένος άνθρωπος στεκόταν κάτω από τις φαρδιές μαρκίζες της Πύλης Ράσο, περιμένοντας να κοπάσει η βροχή.
Εδώ και χρόνια, η πόλη του Κιότο χτυπιόταν από απανωτές συμφορές – σεισμούς, λοιμούς, τυφώνες, πυρκαγιές, επιδημίες, πείνα. Η άλλοτε ακμαία πρωτεύουσα είχε καταστραφεί πέρα από κάθε φαντασία. Τα χρονικά αναφέρουν ότι τ’ αγάλματα του Βούδα και οι βωμοί είχαν γίνει κομμάτια, που κείτονταν σε σωρούς στην άκρη του δρόμου, σαν καυσόξυλα, με φανερά ακόμα τα σημάδια από την ακριβή λάκα κι από τα φύλλα χρυσού.
Με τόσα δεινά να βαραίνουν την πρωτεύουσα, κανείς δεν ασχολούνταν πιά με την συντήρηση της Ράσομον. Αλεπούδες και κουνάβια φώλιαζαν εκεί, κλέφτες την χρησιμοποιούσαν για κρυσφήγετο. Κάποτε άρχισαν να φέρνουν και να εγκαταλείπουν εκεί τ’ αζήτητα πτώματα, κι έτσι ο κόσμος απέφευγε να πλησιάσει την Ράσομον μετά τη δύση του ήλιου, από φόβο.
Όπως είπα, το Κιότο είχε υποστεί τότε πρωτοφανείς συμφορές. Μιά ελάχιστη συνέπεια αυτών των συμφορών ήταν ότι ο συνηθισμένος άνθρωπος είχε απολυθεί από τον αφέντη που είχε υπηρετήσει πιστά επί πολλά χρόνια. Θα ήταν λοιπόν καλύτερα να έλεγα στην αρχή “ένας συνηθισμένος άνθρωπος αναγκάστηκε να ζητήσει καταφύγιο από τη βροχή στην Πύλη Ράσο, γιατί δεν είχε πουθενά να πάει και βρισκόταν σε απόγνωση“.
Ήταν αδύνατον να ξεφύγει από αυτήν την αδιέξοδη κατάσταση με τίμια μέσα. Αν προσπαθούσε, θα κατέληγε να πεθάνει από πείνα, ακουμπισμένος σε κάποιον φράχτη, στη μέση του δρόμου. Μετά θα έφερναν το πτώμα του εδώ στην πύλη Ράσο, και θα το πετούσαν σαν ψόφιο σκυλί.
Αν κατέφευγε σε κάποια άλλα μέσα- η σκέψη του συνηθισμένου ανθρώπου σταμάτησε και πάλι σ’ αυτό το σημείο, αφού διέτρεξε τους ίδιους συνειρμούς, όπως είχε ήδη κάνει αμέτρητες φορές. Αυτό το “αν“, εξακολουθούσε να παραμένει “αν“. Δε μπορούσε ν’ αρνηθεί το γεγονός πως προκειμένου να επιζήσει ήταν υποχρεωμένος να χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε μέσο, αλλά δεν είχε και το κουράγιο να καταλήξει στο προφανές συμπέρασμα- πως έπρεπε να γίνει κλέφτης.
Αρκετή ώρα αργότερα, στα μεσαία σκαλοπάτια της φαρδιάς σκάλας που οδηγούσε στον κεντρική αίθουσα του Πύργου της Ράσομον, ο μοναχικός άντρας, μαζεμένος σαν γάτα, αφουγκράζονταν κάτι προσεκτικά, κρατώντας την ανάσα του. Ένα φως, που προέρχονταν από τον θάλαμο στην κορυφή της σκάλας, φώτιζε αχνά το δεξί του μάγουλο, όπου ανάμεσα στ’ αραιά του γένια διακρίνονταν ένα μεγάλο κόκκινο σπυρί. Ο συνηθισμένος άνθρωπος είχε υποθέσει ότι στην αίθουσα του Πύργου θα υπήρχαν μόνο εγκατελειμμένα πτώματα. Όταν όμως σκαρφάλωσε δυό τρία σκαλοπάτια, ανακάλυψε με έκπληξη ότι κάποιος είχε ανάψει έναν δαυλό εκεί πάνω, και τον μετακινούσε πέρα δώθε.
Ο συνηθισμένος άνθρωπος είδε τελικά το πλάσμα που κουκούβιζε ανάμεσα στα πτώματα. Ήταν μια γριά, κοντή κι αδύνατη σαν μαϊμού, ένα ασπρομάλλικο χούφταλο. Κρατούσε στο δεξί ένα αναμμένο κλαδί πεύκου, και με το άλλο της χέρι περιεργαζόταν το πρόσωπο ενός πτώματος με πολύ μακριά μαλλιά- ήταν σίγουρα το πτώμα κάποιας γυναίκας.
Τού συνηθισμένου ανθρώπου τού κόπηκε για λίγο η ανάσα, από φόβο κι από περιέργεια. Ένιωσε τις τρίχες της κεφαλής του να ορθώνονται. Η γριά έμπηξε τον δαυλό ανάμεσα στα σανίδια του πατώματος, και με τα δυό της χέρια άρχισε να ξεριζώνει τα μαλλιά του πτώματος, τούφα τούφα, σαν τη μαϊμού που ξεψειρίζει το τρίχωμα του παιδιού της. Τα μαλλιά φαίνονταν να βγαίνουν χωρίς αντίσταση.
Την ώρα που εκείνη ξερίζωνε τα μαλλιά τούφα τούφα, ο φόβος του συνηθισμένου ανθρώπου άρχισε να ελαττώνεται. Τη θέση του πήρε το μίσος για τη γριά, ένα μίσος που όλο και θέριευε. Πιό πολύ από μίσος, ήταν μια απέχθεια για το Κακό, μια απέχθεια που γινόταν όλο και πιό δυνατή. Αν εκείνη τη στιγμή έπρεπε ν’ αποφασίσει για το ζήτημα που τον απασχολούσε όταν στεκόταν κάτω από την Πύλη, αν έπρεπε να πεθάνει από την πείνα ή να γίνει κλέφτης, θα διάλεγε την λιμοκτονία, χωρίς κανέναν δισταγμό. Τόσο πολύ φούντωσε μέσα του το μίσος ενάντια στο Κακό- σαν τη φλόγα του δαυλού που έκαιγε, στερεωμένος ανάμεσα στα σανίδια.
Φυσικά ο συνηθισμένος άνθρωπος δεν ήξερε για ποιό λόγο η γριά ξερίζωνε τα μαλλιά της νεκρής. Επομένως δεν είχε καμμιά λογική βάση ώστε να θεωρήσει την πράξη αυτή αρχέτυπο του Κακού. Όμως εκείνη τη στιγμή η ίδια η πράξη αυτή καθ’αυτή, το να ξεριζώνει κανείς τα μαλλιά μιας νεκρής γυναίκας ένα τέτοιο βροχερό βράδυ πάνω στην Ράσομον, ήταν ένα ασυγχώρητο αμάρτημα. Είχε ξεχάσει ότι λίγο πριν σκεφτόταν να γίνει κι ο ίδιος κλέφτης.
(…)
Η παλιόγρια άνοιξε τα μάτια της ακόμα πιό πλατιά, και τον κοίταξε για μια στιγμή κατάματα. Το βλέμμα της ήταν γεμάτο αίμα, κοφτερό σαν νύχια αρπακτικού. Μετά κούνησε τα χείλη της, που φαίνονταν να είναι ένα με τη μύτη της, τόσο ρυτιδιασμένα ήταν- έμοιαζε σαν να μασούσε διαρκώς κάτι. Ένα μυτερό μήλο διακρίνονταν στη μέση του κοκκαλιάρικου λαιμού της. Από αυτόν τον λαιμό βγήκε μια ραγισμένη φωνή, που ήχησε στ’ αυτιά του συνηθισμένου ανθρώπου σαν κρώξιμο καρακάξας.
“Τής βγάζω τα μαλλιά… Της βγάζω τα μαλλιά για να τα φτιάξω περούκα…“
Ο συνηθισμένος άνθρωπος μάλλον απογοητεύτηκε από την πεζή της απάντηση. Μαζί με αυτήν την απογοήτευση επέστρεψε και το μίσος που είχε νιώσει πριν, και παγερή περιφρόνηση. Εκείνη, σφίγγοντας ακόμα στο χέρι τις μακριές τούφες της νεκρής, συνέχισε κομπιάζοντας, σαν βάτραχος που μουρμουρίζει:
“Πρέπει να σού φαίνεται τρομερά απαίσιο, το να ξεμαλλιάζω ένα πτώμα. Αλλά τούτοι οι νεκροί το αξίζουν. Η γυναίκα αυτή ξεκοίλιαζε φίδια, τα ξέραινε, και τα πουλούσε για δήθεν ξεραμένα ψάρια στους στρατιώτες του Πρίγκηπα Διαδόχου. Αν δεν τη σκότωνε η πανούκλα, θα συνέχιζε και τώρα να τα πουλάει. Για να πω την αλήθεια, στους στρατιώτες άρεσαν τα ξερά ψάρια, και τ’ αγόραζαν ευχαρίστως. Δε νομίζω πως η γυναίκα έκανε κάτι το κακό, άλλωστε, δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά, θα πέθαινε από την πείνα. Καταδίκασέ με λοιπόν γι αυτό που έκανα πριν λίγο. Δεν μπορώ όμως να κάνω αλλιώς, θα πεθάνω από την πείνα. Αυτή η γυναίκα ήξερε πόσο δύσκολα είναι τα πράγματα. Είμαι σίγουρη πως θα με συγχωρούσε.“
Αυτή ήταν η ουσία των λόγων της γριάς.
Ο συνηθισμένος άνθρωπος είχε βάλει το σπαθί του πίσω στη θήκη του, κι άκουγε την ιστορία της γριάς κρατώντας το από τη λαβή. Το δεξί του χέρι κουνήθηκε μηχανικά προς το ερεθισμένο σπυρί στο μάγουλό του. Όση ώρα άκουγε, ένα νέο είδος κουράγιου γεννήθηκε μέσα στην καρδιά του. Ήταν το κουράγιο που τού έλειπε όσο στέκονταν κάτω από την Πύλη, μόνο που τώρα τον έσπρωχνε προς την αντίθετη κατεύθυνση από το κουράγιο που τον ώθησε να πιάσει τη γριά. Δεν δίσταζε πιά εμπρός στο δίλημμα αν θα γίνει κλέφτης ή αν θα πεθάνει από την πείνα: η ιδέα της λιμοκτονίας είχε εξαφανιστεί από το μυαλό του.
” Ώστε έτσι;” είπε ειρωνικά στη γριά, μόλις εκείνη σώπασε.
Εκανε ένα βήμα μπροστά, κατέβασε το χέρι από το σπυρί, κι έπιασε τη γριά από το γιακά.
“Μη μού κρατάς κακία, λοιπόν, που θα σε ξεγυμνώσω. Πρέπει να το κάνω, αλλιώς θα πεθάνω από την πείνα“, της είπε.
Ξεγύμνωσε γρήγορα τη γριά από τα ρούχα της. Εκείνη, μέσα στην απελπισία της, αρπάχτηκε από το πόδι του. Τής έδωσε μια δυνατή κλωτσιά, και την πέταξε πάνω στα πτώματα. Ο συνηθισμένος άνθρωπος έχωσε τα κλεμμένα ρούχα κάτω από τη μασχάλη του, κατέβηκε σαν αστραπή τη σκάλα, και χάθηκε μέσα στο σκοτάδι.
Η γριά κείτονταν ακίνητη, σαν νεκρή, ανάμεσα στα πτώματα. Μετά από λίγο, ανασήκωσε κάπως το γυμνό κορμί της. Βογγώντας και μουρμουρίζοντας, στο φως του δαυλού που έκαιγε ακόμα, σύρθηκε προς το κεφαλόσκαλο. Από κεί, με τα κοντά της άσπρα μαλλιά να κρέμονται, προσπάθησε να δει την Πύλη από κάτω.
Γύρω υπήρχε μόνο η άβυσσος της νύχτας.
Για την τύχη του συνηθισμένου ανθρώπου, δεν γνωρίζουμε τίποτα.
Θεωρείται ο πατέρας του γιαπωνέζικου διηγήματος. Γεννήθηκε στο Τόκιο, και σπούδασε αγγλική, γαλλική και γερμανική φιλολογία. Πριν ακόμα από την αποφοίτησή του, το διήγημα Ράσομον, βασισμένο σ’ έναν αρχαίο μύθο της Ιαπωνίας, τού έφερε μεγάλη αναγνώριση.
Ο Ρυουνοσούκε Ακουταγκάουα αυτοκτόνησε στις 24 Ιουλίου του 1927, σε ηλικία τριανταπέντε ετών.
Το 1950 το διήγημά του Μέσα σ’ ένα άλσος μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Ακίρα Κουροσάβα, με τίτλο Ράσομον- μια ταινία που βραβεύτηκε με Όσκαρ.


Σκύβει στο παράθυρο του αυτοκινήτου μου, νιώθω την μεθυσμένη της ανάσα, και μού λέει….
και τα ξεπλυμένα γαλανά σου μάτια, πόσο
και τα τσαλακωμένα εφηβικά σου χρόνια, πόσο
και τα τσαλαπατημένα παιδικά σου όνειρα
- πρίγκηπες και κάστρα και παιδικά καροτσάκια -
πόσο
πόσο κοστίζει ο έρωτάς σου, το κορμί σου
πόσο αξίζει ο θάνατός σου, η ζωή σου, και για ποιόν
300 φράγκα η πίπα ο Έρωτας
κι εγώ ο γελοίοςΜιλτιάδης Θαλασσινός (“Μαύρος Γάτος”)