Archive for the ‘ελληνική ποίηση’ Category

h1

ΜΙΑ ΠΙΚΡΑ

December 5, 2006
.Ο Κωστής Παλαμάς νεκρός

Τα πρώτα μου χρόνια τ’ αξέχαστα τα ‘ζησα
κοντά στ’ ακρογιάλι,
στη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,
στη θάλασσα εκεί την πλατιά, τη μεγάλη.

Και κάθε φορά που μπροστά μου η πρωτάνθιστη
ζωούλα προβάλλει,
και βλέπω τα ονείρατα κι ακούω τα μιλήματα
των πρώτω μου χρόνω κοντά στ’ ακρογιάλι,

στενάζεις, καρδιά μου, το ίδιο αναστέναγμα.
Να ζούσα και πάλι
στη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,
στη θάλασσα εκεί την πλατιά, τη μεγάλη!

Μια μένα είν’ η μοίρα μου, μια μένα είν’ η χάρη μου,
δε γνώρισα κι άλλη:
Μια θάλασσα μέσα μου σα λίμνη γλυκόστρωτη
και σαν ωκεανός ανοιχτή και μεγάλη.

Και να! μες στον ύπνο μου την έφερε τ’ όνειρο
κοντά μου και πάλι,
τη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,
τη θάλασσα εκεί την πλατιά, τη μεγάλη.

Κι εμέ, τρισαλίμονο! μια πίκρα με πίκρανε,
μια πίκρα μεγάλη,
και δε μου τη γλύκαινες, πανώριο ξαγνάντεμα
της πρώτης λαχτάρας μου, καλό μου ακρογιάλι!

Ποια, τάχα, φουρτούνα φουρτούνιαζε μέσα μου
και ποια ανεμοζάλη,
που δε μου την κοίμιζες και δεν την ανάπαυες,
πανώριο ξαγνάντεμα, κοντά στ’ ακρογιάλι;

Μια πίκρα είν’ αμίλητη, μια πίκρα είν’ αξήγητη,
μια πίκρα μεγάλη,
η πίκρα που είν’ άσβηστη και μες στον παράδεισο
των πρώτω μας χρόνω κοντά στ’ ακρογιάλι.

h1

ΓΙΑ ΠΟΙΑΝ ΑΝΕΛΠΙΣΤΗ ΧΑΡΑ, ΓΙΑ ΠΟΙΕΣ ΑΓΑΠΕΣ;

November 26, 2006

“Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα” (5ΜΒ mp3)
Κώστας Καρυωτάκης/Λένα Πλάτωνος/Σαββίνα Γιαννάτου
(από το δίσκο “Καρυωτάκης”)

Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα
είδα το βράδυ αυτό
Kάποια χρυσή, λεπτότατη
στους δρόμους ευωδιά
Kαι στην καρδιά
αιφνίδια καλοσύνη
Στα χέρια το παλτό,
στ’ ανεστραμμένο πρόσωπο η σελήνη
Hλεκτρισμένη από φιλήματα
θα ‘λεγες την ατμόσφαιρα
H σκέψις, τα ποιήματα,
βάρος περιττό

Έχω κάτι σπασμένα φτερά
δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε
το καλοκαίρι αυτό
Για ποιαν ανέλπιστη χαρά,
για ποιες αγάπες,
για ποιο ταξίδι ονειρευτό

h1

"ΤΗΣ ΑΡΝΗΣ ΤΟ ΝΕΡΌ ΤΟΝ ΕΊΧΕ ΠΟΤΙΣΜΕΝΟ"… ΤΟΝ ΣΚΛΑΒΟ ΣΤΗ ΧΑΛΚΙΔΑ

November 5, 2006
Μερικοί ίσως θυμάστε ότι συμμετείχα στα προκριματικά του φεστιβάλ τραγουδιού 2006
με το τραγούδι μου “Μελισσάνθη” (256kbps mp3, 6MB), χωρίς επιτυχία.

Τραγουδά η Κυκλοδίωκτον. Στίχοι, μουσική και πιάνο δικά μου.

Είχα πει τότε ότι θα στεναχωρηθώ που δεν προκρίθηκε στα 16 το τραγούδι μου,
αν τα 16 είναι του επιπέδου των περσινών.
Δεν ήταν. Πολλά από τα κομμάτια ήταν αληθινά αξιόλογα.

Μπράβο στον Σταύρο Σιόλα, μπράβο και στα υπόλοιπα παιδιά.
.
.

Τού μπάρμπα-Γιάννη Σκαρίμπα
από τη συλλογή διηγημάτων “Καϋμοί στο Γριπονήσι”

ΣΚΛΑΒΟΣ ΣΤΗ ΧΑΛΚΙΔΑ
(Χαρισμένο στην ποιήτρια Ρίτα Μπούμη-Παππά)

Μιά χαρά είχε αράξει στην αγκαλιά της γυναικούλας του της Μαριδγίτσας.

Αυτηνής πούχαν μάγια τα κάλλη της και τον κράταγαν πλάι της, πούταν μέλι τα φιλιά της και τα λόγια της και τον είχαν μερέψει –σκεδόν μαγέψει– στην ποδιά της.

Το ξεφτέρι αυτόν –το δελφίνι της θάλασσας– που μύριζε αρμύρα το κορμί του και μυρουδιά καραβίσα.

Που σκάλωνε σα γάτος στις σκαλιέρες και καπέλλωνε –με το πιλήκι του– τα πόμολα.

Αυτόν που σαν πουλί φλετούραε μες στις αρματωσές των μπάρκων κι απ’ αψηλά ανάμπαιζε τον κόσμο. Αυτόν, ναί, τον Γιάννη, τον είχε πάρει σκλάβο της αυτή. Η Μαριδγίτσα…

Σα μωρό παιδάκι κάθουνταν σιμά της. Απ’ το φουστάνι την κράταε.

Τον χάσανε οι σκούνες και τα κότερα. Τον χάσανε τα πόρτα. Τον χάσανε κ’ οι γιαβουκλούδες στα λιμάνια.

Του κάκου αναρωτιόντανε οι φίλοι του. Το θάμα τους κάναν οι καραβοκυραίοι, το σταυρό τους.

Πάει, χάθηκε απ’ τον κόσμο. Έγιν’ άφαντος.

Μήτε στα τόπια φαίνονταν, μήτε στα βιλαέτια. Μήτε της στεριάς, μήτε του πελάου.

Άλλοι αναρωτιόνταν μην απόθανε. Άλλοι λέγαν πως επνίγηκε. Κι άλλοι πως σ’ ένα κοντραμπατζίδικο μπαρκάρισε, κουρσάρος πως εγίνη στο Μισίρι!

«Ό,τι κι αν γένηκε, ο διάλος τον πήρε και τον σήκωσε», συλλοϊζόνταν μέσα τους ούλοι, όσοι τον ξέρανε, όσοι είχαν με δαύτον γνωριμίες.

Σκλάβος και παλληκάρι στη δουλειά όταν ήθελε, μα στις αναποδιές του ίδιο θερίο.

Θερίο ανήμερο ήταν στην καρδιά και στο μπουρί του. Διάολος απ’ το ρέμα ανάμεσα στς ανθρώπους. Σκάνταλο μες στα πανιά και στα τραμπάκουλα.

Ησυχία το πνέμα του δεν είχε. Ζάπ’ δεν εγίνονταν το τέρας, λιθάρι πάνω στ’ άλλο δεν άφινε. Τους σκύλους έβαζε σ’ αγγαρεία.

Με τους συντρόφους του –τους ναύτες– είχε ούλο να κάμει. Με τον καπετάνιο, το λοστρόμο. Ούλους άνω κάτω τους έφερνε ο κανάγιας. Ο διάβολος δουλειά δεν είχε, τα βρακιά του έλυνε κ’ έδενε.

Σκάλωνε σα γάτος αψηλά στα φλίτσα κι ανάμπαιζε από κεις τον καπετάνιο. Με το χάρο αστειεύονταν –χαχάνιζε– τις ψυχές του κόσμου έπαιζε κορώνα γράμματα μαζί του.

Τα πανιά του παπαφίγκου να στριγκάρει, του φώναζε ο λοστρόμος απ’ το κάσαρο, αυτός έπιανε όσες μούδες τ’ άρεσε στις γάμπιες! Όρτσα δίπλα σταύρωνε τους φίγκους!

Όπ’ ευτύς η γολέτα έμπαινε τραβέρσο… Τσαλαβούταε στον τόπο με την πλώρη της.

Όξω φρενών ο καπετάνιος τού βούιζε με τη μπουρού από κάτω: …Τον παπαφίγκο στρίγκα μωρέ Τούρκοοο!… Άχ μπαγάσα θα μας πνίξεις…

Αυτός το γουδί το γουδοχέρι. Άφινε τις γάμπιες, φλετούραε στην κόφφα.

Φούσκωνε κι άφριζε κάτω του η θάλασσα. Οι αρματωσές έτριζαν. Αυτός εκείς εστέκονταν κ’ έβγαζε λόγο… για ν’ ακάνε! Έδειχτε με το δάχτυλο τα σύγνεφα κι αποτείνονταν στο καπετάνιο και στο πλήρωμα:

Αγαπητοί μου συμπολίτες
κλέφτες και λωποδύτες…
από δω και πέρα
θα σας πάρει ο διάολος τον πατέρα!…

Με το γκρα τον κατέβαζαν από κείθες. Πέντ’ εξ του άστραφταν στον αέρα. Ούλο το πλήρωμα έπεφτ’ απάνω του κι ούλους αυτός τους έκανε ζάπι!…

Σιδερένια ήσαν τα μπράτσα και τα χέρια του. Μπρούτζινο ήταν το κορμί του.

Όπου σε μάγκωναν οι φούχτες του, σε ξέραιναν, όπου σε λάχαιν’ η γροθιά του πιάνονταν η πνοή σου. Γλέπανε και παθαίναν ώστε να τον κλείσουνε λιταρωτόν στο μπαλαούρο.

Μα πού ν’ αλλάξει γνώμη. Σα τον έβγαζαν, τ’ είχες Γιάννη, τ’ είχα πάντα. Ξανά την πρώτη τέχνη του, τα ίδια.

Πυροφάνια έβαζε στα δάχτυλα των συντρόφων του, των μούτσων, όταν κοιμόντουσαν. Με μιά σαλιωμένη κλωστή τους μάλαζε το σβέρκο. Μ’ ένα πούπουλο τους σγάρλαε τη μύτη. Κι απέ ξεραίνονταν στα γέλια!…

Με μαδέρια, με στραβόξυλα, μ’ ό,τι τύχαινε ξωπίσω του, αυτοί τον εκυνήγαγαν. Καπνός κι αντάρα, πάγαινε από κοντά του το βριξίδι. Απ’ τις Χριστο-Παναγίες τάραζαν οι σκούνες.

Τον παίρναν στο κοντό να τον σκοτώσουν. Μα πού να τον λάβουν το Σατανά τον τραγοπόδαρο; Σα ζουλάπι αυτός ριχιότανε στους κάλους. Σαν ραγκουτάγκος σκαρφατσάλωνε αψηλά στους παπαφίγκους. Στα μπαστούνια των γαμπιών, αυτός τουμπάριζε. Άντε πιάστον! Κι από κεις τους έπαιζε κλαρίνο της μύτης με τα δάχτυλα και καμμιά φορά τους ψιλοκατουρούσε…

Κι από κοντά τον τρέμαν τα λιμάνια.

Μέσ’ στα καφέ-αμάν και στα μπουρδέλα μπούκερνε σα τρελλοτραμουντάνα απ’ τα μπουγάζα. Μ’ ούλες τις πριμαντόνες εγνωρίζονταν. Μ’ ούλους τους κοντραμπαντζήδες είχε φιλίες και παρτίδες. Μ’ ούλους τους μαχαιροβγάλτες μες στις πιάτσες.

Σειότανε και λυγιότανε μέσα στις μπυραρίες και τα κλαμπ, μες στα καφέ-αμάν της Αλεξάντρειας και της Σμύρνης. Ούλα τα κορίτσια –εκεί– αγκαζάριζε, ούλο τον κόσμο εκέρναε κονιάκια.

Έπινε –ρούφαε σα δελφίνι– και λιανοψιλοτραγούδαε.

Θάλασσα πικροθάλασσα
που σε γ….. τα ψάρια.

Κι απέ του χόρευε. Μαζί με τις αρτίστες χόρευε στα πάλκα. Χόρευε ζεϊμπέκικο, μάνα καϋμένη. Χόρευε το τσάμικο στ’ ανύχι.

Βροχή πέφταν τα τάλλαρα στο βιολιτζή, στις πριμαντόνες, και στις γκόμενες. Βροχή πάγαιναν και τα πιάτα, τα ποτήρια, στον αγέρα. Άλλα, σαν μπόμπες σκάζανε στους τοίχους κι άλλα με τα δόντια του τα ροκάναε ως μαρουλόφυλλα !…

Π’ ανάθεμα το μυαλό του, ούλο και στο λιμεναρχείο τον ξεφόρτωναν για ξεμέθυσμα…

Αυτόνε –τέτοιον λέοντα– είχε κάμει αρνάκι η Μαριδγίτσα στην ποδιά της.

Με τα χάδια της τον μέρεψε. Με τα γλυκά της λόγια τον είχε γητεμένο. Στα γόνατά της τον εκοίμιζε.

Της Άρνης το νερό τον είχε ποτισμένο.

Ξέχασε κι αυτός τη θάλασσα πλάι της, σβήσαν μες στο μυαλό του οι ζουγραφιές των λιμανιών και των πελάων. Ξέχασε ο κιαρατάς και τους δικούς του.

Μήτε ν’ ακούει ήθελε πλιό από τη θάλασσα, μήτε και από πλεούμενα να ξέρει.

Αυτός το μέλι των χειλιών της ρούφαε, και της φωνής της αφρουγκάζονταν τη γλύκα…

Μες στο κανάλι της αγάπης του αντρειευόταν και αρμένιζε…

Έτσι τον χάσανε οι θάλασσες, έτσι τον χάσανε κ’ οι πιάτσες. Τον έχασε και η ταβέρνα: «Το αναυάγιο» όπου κι αυτός τα «κοπάναε» στη Χαλκίδα.

Κανείς πλιό δεν τον γύρευε, κανείς δεν αρώταε για δαύτον. Μήτ’ οι οχτροί του, μήτ’ οι φίλοι του, μήτε κ’ οι δικοί του.

Μόνο η μάνα του, η θειά Καλλίτσα. Πάλε η μάνα… Αυτή…

Αυτή που τον είχε έγνοια και καμάρι της, αυτή που τον ανακάτευε –τον μπέρδευε– πάντα μες στις κουβέντες και στο νου της. Αυτή που στα ύπνα και στα ξύπνα της τον νείρονταν, που στα ‘μπά της και τα ‘βγά της τον εκάλει. Ναι μωρ’ αυτή που κοιλοπόνεσε, που τον ντάντεψε, ώστε να γίνει παίδαρος και άντρας.

Τους στρατοκόπους αρώταε και τους διαβάτες να της πουν, στα περιγιάλια αγνάντευε τις σκούνες. Τον κόσμο εσταύρωνε… Τους ξενητευτήδες και τους πραματευτάδες γλυκοερώτα :

Μην τον είχε δει κανείς με τα ματάκια του, μην αντέσει, αυτοί, τον είχαν.

Έναν με τα ναυτικά.

Έναν ψηλόν, έναν όμορφο, έναν αντρειωμένο.

Που φόραε ζουνάρι πλουμιστό. Πούταν το πρόσωπό του σαν τον ήλιο…

Έναν σειστή, ένα λυγιστή, έναν κοντυλοφρύδη. Που πορβατούσε κ’ ήταν σαν να κένταε, μωρέ που έλεες πως γλυκοτραγουδούσε σαν ομίλειε…

Μην τύχει της έρμης και τ’ς αρρώστησεν, μην της καϋμενούλας και της πνίγει. Σκλάβο τους οι κουρσάροι μην της τον πήρανε, στην Αραπιά μην της τον πήγανε της δόλιας…

Κάπου τον είχαν δει κι αυτοί το γιόκα της, κάπου τον είχαν –δαύτοι– αντέσει. Εκείς κατά τη Σαλονίκη τον πήραν τα ματάκια τους, κατ’ το Δεδεαγάτς κατέ το Βόλο.

Για τη Μαύρη Θάλασσα μ’ ένα τραμπάκουλο μπαρκάρισε, μ’ ένα μπάρκο-μπέστια Σκοπελίτικο για το Αντζέμι.

Όχι, στο Τούνεζι αρμένιζε, στη Μπαρμπαριά κατ’ το Αλγέριο. Μ’ ένα βαπόρο Αράπικο για το Μισίρι, λέει, πάει…

… Μήτε αρρωστήσει έχει, μήτε πνίγει ο Γιάννης σου… της γλυκοψιλομίλησε ένας κοντός, ένας ξανθός, ένας γαλανομάτης.

…Μήτε στη Μπαρμπαριά ταξίδεψε, μήτε στ’ Αλγέρι πάει. Μόν’ μιά ψηλή μόν’ μιά λιγνή, μιά γλυκοκλειστοφρύδα, αυτή στο πήρε σκλάβο της το γιόκα σου.

Περαστικός απ’ τη Χαλκίδα την εγνώρισε. Νά, κατά πώς λέει και το τραγούδι έγινε.

«…Απ’ τη Πόλη ερχότανε κι απ’ τα νησά
κι απ’ τη γειτονιά της επέρασε,
τα βασιλικά της επότιζε
και τις μαντζουράνες της δρόσιζε.
Έκοψε τον κλώνο και τούδωσε
τούπε κ’ ένα λόγο που τ’ άρεσε:
μπρε παλληκαράκι μ’ αν μ’ αγαπάς
τί περνοδιαβαίνεις και δε μιλάς,
στείλε προξενήτρες στη μάνα μου
και προξενητάδες στο μπάρμπα μου…»

Έτσι έκαμε κι αυτός.

«Έστειλε προξενήτρες στη μάνα της και προξενητάδες στο μπάρμπα της».

Τώρα εκείς βρίσκονταν π’ ανάθεμα τον, στη Χαλκίδα, σκλάβος της κι αφέντης της, δεμένος της και δέτης της…

Τα κάλλη της δούλευε. Τα ρούσα τα μαλλιά της τής έπλεκε και της ξέπλεκε. Αλυσιδίτσες τής τάκανε και γαϊτανάκια. Σκαλιέρες και σκοινάκια ολομετάξινα. Την έντυνε, την ξέντυνε, την έλουζε. Με τα δάχτυλά του τα φρύδια της της έστρωνε και μιά τής τ’ αναμάλλιαζε. Τα ματόκλαδά της τα μυριόμετρα, τον έβαζε να της μετράει, το χνούδι να της δαγκώνει των αφτιών της. Τις δυό τις φούχτες του έκανε δαχτυλιδάκια αυτός, στη μέση της.

Αψηλά του την ασήκωνε σαν κούκλα. Στο τοίχο –σαν κάδρο του– την έστηνε…

.

h1

ΝΟΣΤΑΛΓΙΕΣ (ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΟΥΡΑΝΗ)

November 4, 2006

.

Νοσταλγίες

Μοιάζω στους γέρους ναυτικούς με τις ρυτιδωμένες
και τις σφιγγώδεις τις μορφές, που είδα στην Ολλανδία,
παράμερα στων λιμανιών τους φάρους καθισμένους
να βλέπουνε, αμίλητοι, να φεύγουνε τα πλοία.
Τα μάτια τους, που είχανε δει κυκλώνες και ναυάγια
λαχταριστά, νοσταλγικά τα παρακολουθούσαν,
καθώς σηκώναν τις βαριές που τρίζαν άγκυρές τους
και μπρος στους φάρους ήρεμα, πελώρια περνούσαν.
Σε λίγο στην απέραντη τη θάλασσα αλαργεύαν
και χάνονταν, αφήνοντας στην πορφυρή τη δύση
έναν καπνό που αυλάκωνε τον ουρανό πριν σβήσει.
Kι όμως οι γέροι ναυτικοί ακίνητοι στους φάρους,
με τη μεγάλη πίπα τους σβησμένη πια στο στόμα
προς τα καράβια που ‘φυγαν εκοίταζαν – ακόμα.

Κ.Ουράνης


h1

ΘΥΜΆΣΑΙ;

September 18, 2006

Κάποτε θα καταστρέψω όλ’αυτά τα χειρόγραφα που άφησε πάνω στο τραπέζι μου ο διάβολος και που τα οικειοποιήθηκα χωρίς ντροπή- και μόνον αυτός που έκανε τη νύχτα πολλές φορές τον ίδιο δρόμο, μόνον αυτός έμαθε πως δεν υπήρξε ποτέ δρόμος
κι αν συνεχίζω να ζω είναι γιατί δε θέλω να λησμόνησω ή βγαίνω μ’ ένα τσεκούρι στην πόρτα προς δόξα του αιώνα μου- συχνά ερχόταν μιά γυναίκα στην κάμαρα μου, όλα κρατούσαν λίγο σαν την αθωότητα, ύστερα γράφαμε σ’ένα χαρτί τ’όνομά μας και το πετούσαμε απ’το παράθυρο (ίσως ήταν η ώρα που περνούσε η φήμη).
(…)
Θυμάσαι; Ο πατέρας σου ήταν νεκρός στο φέρετρο- εσύ κάτι έψαχνες και μπήκες σε μιάν άλλη κάμαρα, μονάχη, σε ακολούθησα, απ’τ’ανοιχτό παράθυρο ερχόταν η ευωδιά του κήπου (ω, θά’μαστε νεκροί κι η άνοιξη θά’ρχεται πάλι και πάλι) σε πλησίασα, με κοίταξες στα μάτια και τότε σε φίλησα, σε φίλησα για όλα τα χρόνια που θα περάσουν, για όλες τις ελπίδες που θα χαθούν, σε φίλησα και σε κράτησα πάνω μου- κι όπως πριν λίγο είχες αγκαλιάσει ν’αποχαιρετήσεις το νεκρό, τα μαλλιά σου μύριζαν αιωνιότητα…
(…)
Όσο για τις νοσοκόμες καθάριζαν μ’επιμέλεια τους θαλάμους, όμως εγώ ήμουν πάντα λυπημένος, “σκότωσα την αιωνιότητα, γιατρέ” έλεγα, ο γιατρός γελούσε, “δε γίνονται τέτοια πράγματα” έλεγε, “γίνονται γιατρέ” τού λέω και τού διηγήθηκα τις δυστυχίες της θείας μου, τη λέγανε Ευδοκία, τελικά ψάλαμε όλοι μαζί το “εν ανθρώποις ευδοκία”- από τότε αγαπώ τις μέρες τού χειμώνα που είναι σύντομες ή μεταμορφωνόμαι σε ήρωα (για ν’αποφύγω τους πραγματικούς κίνδυνους) έτσι και πίσω απ’τις πιο ακόλαστες πράξεις μας κρύβεται το μίσος για τον εαυτό μας, τί μάς έφταιξε; κανείς δε θα το μάθει,
α, φίλοι μου, ζούμε σ’ένα όνειρο που δε θα επαληθευτεί παρά μονάχα μέσα σ’ένα άλλο όνειρο, όμως τη νύχτα τ’άστρα έχουν πάντα κάτι συνταρακτικό να μάς πουν, κι ο δολοφόνος σηκώνει συνήθως το χέρι του
όπως μια γυναίκα το μαραμένο μαστό της.
(…)
…γιατί υπάρχουν πράγματα που τα περιμένεις χρόνια κι άλλα που συμβαίνουν μέσα σε μια στιγμή, καθορίζοντας για πάντα τη ζωή σου κι επειδή είμαι προνοητικός, τα βράδια τακτοποιώ τις λέξεις με τ’άλλα φαντάσματα- κι άξαφνα το ρολόι σταμάτησε, εγώ βρισκόμουν στο υπόγειο, “γιατί κατέβηκα εδώ;” είπα σιγανά.
.
Αλλά δεν ήταν κανείς ν’απαντήσει…
.
Τάσος Λειβαδίτης (1921-1988), “Οι σάλπιγγες της Αποκαλύψεως”

h1

ΕΝΑ ΠΟΥΛΙ ΠΛΗΓΩΘΗΚΕ… ΕΣΚΥΨΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΗΡΑ…

September 9, 2006

“…γιατί έμοιαζε η μοίρα του… με τη δική μου μοίρα…”

Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου/Απόστολος Καλδάρας/Βίκυ Μοσχολιού

h1

ΤΟ ΝΕΦΕΛΩΜΑ ΤΟΥ ΦΛΕΓΟΜΕΝΟΥ ΔΕΝΤΡΟΥ, ΣΤΟΝ ΑΣΤΡΙΚΟ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟ ΤΗΣ ΑΛΟΓΟΚΕΦΑΛΗΣ

June 2, 2006

Τη νύχτα αυτή
τη λες εσύ φωτιά
εγώ τη λέω
δέντρο

Οι μέρες που
λαχτάρησα θα ρθούν
εγώ τη λέω
δέντρο

Δ. Σαββόπουλος

h1

ΒΡΑΔΥ ΟΠΟΥ ΠΟΝΕΣΕ ΠΟΛΥ, ΜΑ ΟΠΟΥ ΠΙΑ ΤΙΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΑΤΑΙΟ, ΤΙΠΟΤΕ ΓΙΑ ΤΗ ΣΤΑΧΤΗ

May 26, 2006

Ευγενικιά περήφανη μελαγχολία
Ύψος χαμόγελο κι ελευθερία
Επιτέλους σας βρίσκω στην όχθη της καρδιάς μου
Ένα βράδυ που η θάλασσα εισχωρεί
Βαθιά στις χώρες των βουνών
Ένα βράδυ όπου νιώθεται κανείς πιό νέος από την νιότη του,
Βράδυ όπου πόνεσε πολύ μα όπου πιά τίποτε
Πιά τίποτε δεν είναι μάταιο, τίποτε για τη στάχτη

Pierre Jean Jouve
Μετάφραση: Οδυσσέας Ελύτης
από το βιβλίο “Η δεύτερη γραφή”, Ίκαρος 1980

h1

Ο ΦΩΤΟΓΡΆΦΟΣ

May 21, 2006
Συνήθως πάνω στο τραπέζι μου εχω ανοιγμένη μια βαριά δερματόδετη Βίβλο. Σκέφτομαι πως εκεί μέσα υπάρχει κάποιος υπαινιγμός για το μεγάλο μυστικό που ο Θεός, εν τη μεγαλοψυχία του, μάς το απέκρυψε για να μη μάς προσθέσει κι άλλες θλίψεις. Όμως κάποτε θα τελειώσουν οι ιστορίες της γης και θα πρέπει να πω κι εγώ το δικό μου λόγο. Έτσι όταν ήρθε ο φωτογράφος “προς τι;” του λέω. Και καθώς ύστερα τον παρακολούθησα απ’το τζάμι τον είδα που πήγε και κάθησε λυπημένος στην ακρογιαλιά κι άρχισε να πετάει μικρές πέτρες στην απέραντη θάλασσα.

Τάσος Λειβαδίτης, “τα χειρόγραφα του φθινοπώρου”, σελ 27

h1

Η ΜΕΓΆΛΗ ΠΡΆΣΙΝΗ

March 23, 2006

“Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι, όταν μιλούσαν για τη θάλασσα, έλεγαν: η μεγάλη πράσινη. Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι έπλεαν τον Νείλο, αλλά φοβήθηκαν την ανοιχτή πράσινη θάλασσα. Δεν τόλμησαν. Δεν έγιναν ποτέ θαλασσοπόροι. Έβαλαν τους Κρήτες να τους κάνουν το εμπόριο και τη ναυτιλία.

Η μεγάλη πράσινη είναι η πρόκληση που δεν αποδεχθήκαμε ποτέ.
Όλες οι τολμηρές ιδέες που δεν πραγματοποιήσαμε.
Όλα τα τολμηρά ταξίδια που δεν κάναμε.
Όλοι οι έρωτες που ονειρευτήκαμε.

Η μεγάλη πράσινη είναι η ελπίδα ότι κάποτε θα τολμήσουμε”.

Από το οπισθόφυλλο
του πολύ-αγαπημένου βιβλίου
Η μεγάλη πράσινη
της Ευγενίας Φακίνου
Εκδόσεις Καστανιώτη