Archive for the ‘ελληνική ποίηση’ Category

h1

ΕίΝΑΙ ΠΑΛΙό Το ΛΙΜάΝΙ, ΔεΝ ΜΠΟΡώ ΠΙά Να ΠΕΡΙΜέΝΩ (ΣΕΦέΡΗΣ, ΜΟύΤΣΗΣ, ΠΡΩΤΟΨάΛΤΗ – AUTOPLAY ENABLED)

December 6, 2008

.

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
Θ’

Είναι παλιό το λιμάνι, δεν μπορώ πια να περιμένω
ούτε το φίλο που έφυγε στο νησί με τα πεύκα
ούτε το φίλο που έφυγε στο νησί με τα πλατάνια
ούτε το φίλο που έφυγε για τ’ ανοιχτά.



Χαϊδεύω τα σκουριασμένα κανόνια, χαϊδεύω τα κουπιά
να ζωντανέψει το κορμί μου και ν’ αποφασίσει.
Τα καραβόπανα δίνουν μόνο τη μυρωδιά
του αλατιού της άλλης τρικυμίας.



Αν το θέλησα να μείνω μόνος, γύρεψα
τη μοναξιά, δε γύρεψα μια τέτοια απαντοχή,
το κομμάτιασμα της ψυχής μου στον ορίζοντα,
αυτές τις γραμμές, αυτά τα χρώματα, αυτή τη σιγή.



Τ’ άστρα της νύχτας με γυρίζουν στην προσδοκία
του Οδυσσέα για τους νεκρούς μες στ’ ασφοδίλια.
Μες στ’ ασφοδίλια σαν αράξαμε εδώ-πέρα θέλαμε να βρούμε
τη λαγκαδιά που είδε τον Άδωνι λαβωμένο.


Γεώργιος Σεφέρης (Σμύρνη 1900 – Αθήνα 1971)

Artwork (photo manipulation) by Mavros Gatos – Miltiadis Thalassinos

h1

Η ΑΓΝώΡΙΣΤΗ

February 6, 2008

Ποιά είναι τούτη
που κατεβαίνει
Ασπροεντυμένη
Οχ’ το βουνό;

Τώρα ‘που τούτη
Η κόρη φαίνεται
το χόρτο γένεται
άνθι απαλό

Κ’ ευθύς ανοίγει
τα ωραία του κάλλη
και το κεφάλι
συχνοκουνεί

Κ’ ερωτεμένο,
να μη το αφήση
να το πατήση
παρακαλεί

Κόκκινα κι όμορφα
έχει τα χείλα
ωσάν τα φύλλα
της ροδαριάς

Όταν χαράζει
και η αυγούλα
λεπτή βροχούλα
στέρνει δροσιάς

Και των μαλλιώνε της
τ’ ωραίο πλήθος
πάνου ‘ς το στήθος
λάμπει ξανθό

Έχουν τα μάτια της
οπού γελούνε
Το χρώμα πού ‘ναι
‘Σ τον ουρανό

Ποιά είναι τούτη
Που κατεβαίνει
Ασπροεντυμένη
Οχ’ το βουνό;

Είναι εκείνη
που αγαπούσα
και καρτερούσα
να τήνε δω

Διονύσιος Σολωμός

h1

ΓΙ ΑΥΤό ΣΟύ ΛέΩ…

February 5, 2008

Αφιερωμένο στην Φαίδρα Φις (που μού το άφησε σε σχόλιο)

“…γι’ αυτό σου λέω πρέπει να βρεις έναν άλλον τρόπο να ξεχωρίζεις τους ανθρώπους, όχι να περιμένεις την πράξη-είναι τότε αργά…”

Τάσος Λειβαδίτης

Φαίδρα μου, ο πρώτος που θα βρει αυτόν τον τρόπο, θα είναι και ο πρώτος ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου.

Ο Τάσος Λειβαδίτης, πολυαγαπημένος. Ξανά σ ευχαριστώ που μού τον έφερες πίσω.

Καλό βράδυ σε όλους

h1

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΚΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΥ ΓΑΤΟΥ: Η ΠΑΛΑΜΗ ΣΟΥ

December 20, 2007

.

Autoplay enabled – please press “stop” beside (RADIO MAVROS GATOS)
to stop the music

Της νύχτας το τραγούδι θυμάμαι
του φόβου την ανάσα θυμάμαι
τα μάτια που βουλιάζαν θυμάμαι


Τα χέρια σου που πέφταν θυμάμαι
σαν άχρηστες σημαίες, θυμάμαι
του ήλιου το σκοτάδι θυμάμαι


Το άσπρο το πουκάμισο θυμάμαι
την κόκκινη κηλίδα θυμάμαι
και το σφυγμό των Άστρων φοβάμαι


Το γιασεμί στο πέτο θυμάμαι
μια μέρα του Νοέμβρη, θυμάμαι
την άχρηστη θυσία θυμάμαι

Τραγουδά η Αγγελική Ιονάτος
από τον δίσκο D’un bleu très noir (Auvidis 2001)

h1

ΤΡΕΜΕΤΕ ΔΙΕΦΘΑΡΜΕΝΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ, ΕΡΧΟΝΤΑΙ(?????) ΟΙ BLOGGERS!!!!!

June 11, 2007

.

Περιμένοντας τους Μπλόγκερς

.

.

-Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;
-Είναι οι μπλόγκερς να φθάσουν σήμερα.

-Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μιά τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

-Γιατί οι μπλόγκερς θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι μπλόγκερς σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.

-Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

-Γιατί οι μπλόγκερς θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.

-Γιατί οι δυό μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά γυαλιστερά σμαράγδια·
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλισμένα;

-Γιατί οι μπλόγκερς θα φθάσουν σήμερα·
και τέτοια πράγματα θαμπώνουνε τους μπλόγκερς.

-Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

-Γιατί οι μπλόγκερς θα φθάσουν σήμερα·
κι αυτοί βαριούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.

-Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που έγιναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ οι πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

-Γιατί ενύχτωσε κ’ οι μπλόγκερς δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
και είπανε πως μπλόγκερς πια δεν υπάρχουν.

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς τους μπλόγκερς.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μιά κάποια λύσις.


Kώστας @ Καβάφης

h1

"ΠΟΥΘ’ ΕΡΧΕΣΑΙ; -ΑΠ’ΤΗ ΒΑΒΥΛΩΝΑ -ΠΟΎ ΠΑΣ; -ΣΤΟ ΜΑΤΙ ΤΟΥ ΚΥΚΛΩΝΑ -ΠΟΙΑΝ ΑΓΑΠΑΣ;"

April 14, 2007
.
…-Κάποια Τσιγγάνα


-Πώς τη λένε;

-Φάτα Μοργκάνα…


Μorgan Le Fey, Queen of Avalon
Anthony Frederick Sandys (1829-1904)

Morgan Le Fey, στα Ιταλικά Fata Mοrgana :
Η
Μαργαριταρένια ή Κοραλένια Ξωτικιά, η Μάγισσα,
ετεροθαλής αδερφή του Βασιλιά Αρθούρου

Φάτα Μοργκάνα: Ποιητική ονομασία των ναυτικών για το φαινόμενο του υψηλού αντικατοπτρισμού: τα πρωϊνά μετά από μια κρύα και ξάστερη νύχτα, η ατμόσφαιρα λειτουργεί σαν φακός, διπλασιάζοντας προς τα επάνω την εικόνα του ορίζοντα…

Φάτα Μοργκάνα στη Βόρεια Θάλασσα (Νορβηγία)
.
h1

ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ: "ΚΙ ΟΤΑΝ ΗΡΘΑ ΛΙΓΟ, ΝΑ ΣΕ ΔΩ ΠΡΙΝ ΦΥΓΩ…"…"

April 6, 2007

.

Στο περιβολάκι μπρος στην εκκλησιά
θύμιζες πουλάκι σ’άγρια φυλλωσιά
δυόσμο κι αγιοκέρι κράταγες στο χέρι
κι έλεγες, “Ραββί, σώσε μας και πάλι”
ήτανε Μεγάλη Παρασκευή

Νύχτες κι άλλες Νύχτες, γύρισε η χρονιά
τού Πολέμου οι δείχτες σήμαναν Εννιά
κι είδαμε να βγαίνει, μ’όψη κολασμένη
μέσα απ’ τό κλουβί, το φριχτό Τσακάλι
ήτανε Μεγάλη Παρασκευή

Τα παιδιά φευγάτα, άδεια τα χωριά
πάλευαν τα Νιάτα για την Λευτεριά
κι όταν ήρθα λίγο
να σε δω πριν φύγω
έκλαιγες βουβή, με σκυφτό κεφάλι
ήτανε Μεγάλη Παρασκευή

Νίκος Γκάτσος/Σταύρος Ξαρχάκος/Βίκυ Μοσχολιού
από το δίσκο “Νυν και Αεί”, 1974

h1

ΜΑ, ΓΙΝΕΤΑΙ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΚΑΙ ΣΠΟΥΡΓΙΤΗΣ ΜΑΖΙ;;;; (ΤΣΙΡΙΤΡΙ, ΤΡΙΡΙΤΡΟ;;;;)..)

March 2, 2007


Αφιερωμένο στον Νικηφόρο Σπουργίτη

Όπως στη ζωή υπάρχουν μερικοί άνθρωποι που τους συμπαθείς και μόνο που τους βλέπεις, έτσι μού συνέβη κι εμένα εδώ στην μπλογκοκοινωνία με τον Νικηφόρο Σπουργίτη, με το που άκουσα και μόνο το “όνομά” του.

Ίσως γιατί αυτό που θαυμάζω περισσότερο σε αυτήν την ζωή, είναι η Ήρεμη Δύναμη, η Δύναμη που δεν εκμεταλλεύεται τη δύναμή της για να αδικήσει, που είναι ΔΙΚΑΙΗ, που δεν ακκίζεται, δεν επαίρεται, δεν καταπιέζει, η Δύναμη που δεν επιβάλλει με την βία το ΘΕΛΩ της και το ίδιόν της συμφέρον στους πιό αδύναμους. Η ΚΑΛΗ Δύναμη. Που μπορεί να είναι ΚΑΛΗ, αλλά είναι και ΔΥΝΑΜΗ, και μπορεί όταν χρειάζεται να δρα, κι ακόμα περισσότερο, να νικά, κι όλα τα κακά να σκορπά.

Φυσικά, πρότυπο της Δύναμης αυτής, ακόμα και για μένα τον συνειδητά ΆΘΕΟ, είναι ΕΚΕΙΝΟΣ Ο ΞΕΝΟΣ…

Άλλο αν Εκείνος νίκησε τελικά ή όχι (που σιγά να μη νίκησε…)

Σκέψου πόσο σπάνια συνδυάζεται η Αγαθότητα με την Δύναμη!!! Σκέψου πόσο συχνά είπες ή σκέφτηκες ¨τί καλός που είναι, και τί ΧΑΖΟΣ, ο ΚΑΗΜΕΝΟΣ“!!!! Γιατί άραγε ΚΑΛΟΣ σημαίνει ΧΑΖΟΣ και ΚΑΗΜΕΝΟΣ μέσα στο μυαλό των περισσότερων ανθρώπων;;;; Επειδή ο κόσμος είναι μια ζούγκλα, και ο ΚΑΛΟΣ δεν μπορεί να περιμένει ΚΑΜΜΙΑ ΚΑΛΟΣΥΝΗ. Εκτός αν είναι ΚΑΙ δυνατός, εκτός από καλός, αθέατος, εύθραυστος, ειρηνικός, και άκακος, σαν ΣΠΟΥΡΓΙΤΗΣ. Εκτός αν παρ’ ό,τι ΣΠΟΥΡΓΙΤΗΣ, μπορεί να είναι ταυτόχρονα και ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ.

Ζήτω λοιπόν οι Νικηφόροι Σπουργίτες!!!!!!
Τσιριτρί-Τσιριτρό!!!!!!!
.

h1

Ο ΨΑΡΑΣ, ΠΟΥ ΑΝΕΒΑΣΕ, ΚΙ ΕΡΙΞΕ ΠΑΛΙ ΠΙΣΩ ΣΤΟΥΣ ΚΑΙΡΟΥΣ, ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ…

February 14, 2007

Έτσι σ’ ’έχω κοιτάξει πού μού αρκεί
Νά ‘’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μές στό αυλάκι που τό πέρασμά σου αφήνει
Σάν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ ’ακολουθεί
Καί νά παίζει μέ τ’ ’άσπρο καί τό κυανό η ψυχή μου !

Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί
Πρίν από τήν αγάπη καί μαζί
Γιά τή ρολογιά καί τό γκιούλ-μπιρσίμι
Πήγαινε, πήγαινε κι ας έχω εγώ χαθεί

Μόνος, κι ας είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί νεογέννητο
Μόνος, κι ας είμ’ ’εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα να σού κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος, ο αέρας δυνατός καί μόνος τ’’ ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στό βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στούς καιρούς τόν Παράδεισο !

Οδυσσέας Ελύτης, Το Μονόγραμμα, VI
.

h1

ΟΥΛΑΛΟΥΜ

January 29, 2007
. In Full Sails…
ΟΥΛΑΛΟΥΜ


….………..Ήταν σα να σε πρόσμενα,
Κερά

………………….απόψε που δεν έπνεε έξω ανάσα,

..κι έλεγα: Θάρθει απόψε απ’ τα νερά

κι από τα δάσα.

Θάρθει, …….αφού φλετράει μου η ψυχή,

αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι

και θα μυρίζει ήλιο………………………. και βροχή

και νειό φεγγάρι . . .

Και να, το κάθισμά σου σιγυρνώ,

στολνώ την κάμαρά μας αγριομέντα,
και να, μαζί σου κιόλας αρχινώ
χρυσή κουβέντα:…………..

. . . Πως – να, θα μείνει ο κόσμος με το “μπά”

που μ’ έλεγε τρελλόν πως είχες γίνει

καπνός και – τάχας - σύγνεφα θαμπά

προς τη Σελήνη . . .

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

……….Νύχτωσε και δεν φάνηκες εσύ

κίνησα να σε βρω στο δρόμοωιμένα -……..
μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα), χρυσή

……-κι εσύ με μένα.

Τόσο πολύ σ’ αγάπησα Κερά,
που άκουγα διπλά τα βήματα μου!
Πάταγα γω – στραβός – μεσ’ τα νερά;
κι εσύ κοντά μου. . .

Μπάρμπα Γιάννης Σκαρίμπας

Νικόλας Άσιμος, Ουλαλούμ
κλικ εδώ για να το κατεβάσετε,
.
play για να το ακούσετε: