Archive for the ‘ασυνάρτητες ιστορίες’ Category

h1

Ο ΔΡΑΚΟΣΥΛΛέΚΤΗΣ – έΝΑ ΔΡΑΚΟΠΑΡΑΜύΘΙ ΧΩΡίΣ ΔΡάΚΟΥΣ

May 29, 2008
Ήταν μια φορά κι έναν καιρό, ένας παππούς χωρίς εγγόνια, που τον έλεγαν Ιωνάθαν. Όλη μέρα τριγυρνούσε στους δρόμους, κι έψαχνε μέσα στα σκουπίδια. Έτρωγε ό,τι έβρισκε εκεί, αλλά ποτέ δεν έπαιρνε κάτι μαζί του. Όλη μέρα τριγυρνούσε στους δρόμους, και τα βράδια κοιμόταν μέσα σε χαρτόκουτα.

Ο κόσμος τον έλεγε ρακοσυλλέκτη, που σημαίνει “εκείνος που ζει μαζεύοντας σκουπίδια”. Κανείς δεν ήξερε πως στην πραγματικότητα δεν ήταν ρακοσυλλέκτης, αλλά Δρακοσυλλέκτης.

Που θα πει, “εκείνος που ζει μαζεύοντας Δράκους”.

Από μικρό παιδί ο Ιωνάθαν κυνηγούσε Δράκους. Τους κυνηγούσε σε όλη του τη ζωή, με υπομονή και επιμονή. Το μόνο πρόβλημα είναι πως η ζωή του πέρασε χωρίς να το καταλάβει, και πως ποτέ του δεν έπιασε ούτε έναν Δράκο. Κι έτσι κατέληξε, στα γεράματα, να τους ψάχνει στα σκουπίδια.

Κάποιοι είπαν πως δεν ήξερε να τους κυνηγάει. Άλλοι είπαν ότι οι Δράκοι δεν ζουν στα σκουπίδια. Μερικοί τόλμησαν ακόμα και να υπονοήσουν πως δεν υπάρχουν πιά Δράκοι.

Ο Ιωνάθαν, όταν άκουγε κάτι τέτοια, απλά χαμογελούσε, και συνέχιζε να κυνηγάει τους Δράκους του.

Ένα πολύ κρύο και πολύ σκοτεινό πρωί του χειμώνα, τον βρήκαν παγωμένο μέσα στο χαρτόκουτό του. Στις τσέπες των κουρελιασμένων του ρούχων δεν βρήκαν τίποτα, εκτός από ένα χιλιοδιπλωμένο, αρχαίο και κιτρινισμένο χαρτάκι, μ’ ένα ζωγραφιστό, παράξενο και καλλιγραφικό “Δ” επάνω, του παλιού καιρού. Όσοι το είδαν ένιωσαν έναν ανεξήγητο τρόμο, και όλοι τους ήξεραν, χωρίς να τους το έχει πει κανείς, πως αυτό το “Δ” δεν το είχε ζωγραφίσει ανθρώπινο χέρι. Ακόμα κι όσοι προηγουμένως γελούσαν με τους Δράκους του Ιωνάθαν, ένιωθαν τώρα την αμφιβολία να περπατά στη ραχοκοκκαλιά τους. Τόσο τρομακτικό ήταν το μικροσκοπικό παλιόχαρτο με το μυστηριώδες “Δ”. Πάντως, ανθρώπινο ή μη ανθρώπινο, για κάποιον λόγο όλοι ήταν σίγουροι, πως το χέρι που το είχε φτιάξει αυτό το “Δ”, ήταν γένους θηλυκού.

Έκαψαν βιαστικά το χαρτάκι για να το ξορκίσουν.

Ο Ιωνάθαν όμως γελούσε, βυθισμένος στον αιώνιο ύπνο του. Γελούσε, γιατί μόνο εκείνος ήξερε, και δεν θα το μάθαινε ποτέ κανένας άλλος, πως εκείνο το “Δ” ήταν που είχε κάνει όλην την διαφορά…

…κι ούτε εγώ ήμουν εκεί, ούτε σείς, για να με πιστέψετε.

Μιλτιάδης Θαλασσινός, 29-5-2008

h1

ΤΟ ΠόΔΙ

March 18, 2008

Είναι παράξενη η ανθρώπινη φαντασία, αλλά ακόμα πιό παράξενη είναι η ανθρώπινη πραγματικότητα.

-Τί φέρνει πάλι το ΕΚΑΒ;
-Βαρύ τροχαίο, από Λεωφόρο Ποσειδώνος- μάλλον μηχανή. Γυναίκα, εικοσικάτι, κεντρικός ακρωτηριασμός κάτω άκρου. Έχει χάσει πολύ αίμα, να είστε σε ετοιμότητα – θα την βάλουμε αμέσως στο χειρουργείο.

Είχε χτυπήσει το κουδούνι για μέσα, την πρώτη φορά που την πρόσεξε. Δεν ήταν το πόδι της που πρόσεξε: Ήταν τα στήθια της. Φουσκωτά φουσκωτά και γυμνά, με τις σκληρές τους ρώγες να διακρίνονται καθαρά, κάτω από το λεπτό μακώ μπλουζάκι της γυμναστικής, ένα δωδεκάχρονο κορίτσι με πρώιμη ανάπτυξη και τις ορμόνες να βράζουν, κι ένα εντεκάχρονο αγόρι, που ξαφνικά ένιωσε, για πρώτη φορά, άντρας.

-Δεν πιάνω πίεση. Θα κάνω αδρεναλίνη ενδοκαρδιακά, δώστε άμεσα πέντε φιάλες αίμα bolus, και να υπάρχουν άλλες δέκα standby. Το καρδιογράφημα ευτυχώς δείχνει sxetik;a καλό, αν σταθεροποιηθεί μπορεί και να τη βγάλει.

Δεακαεφτά χρονών τον φιλοξένησε στο νησί που δούλευε για το καλοκαίρι, στο μικρό δωματιάκι της σοφίτας, όπου έμενε με την ξαδέρφη της. Από το πάτωμα που κοιμόταν στρωματσάδα έβλεπε το πόδι της κάτω από το σεντόνι, χυτό και στρουμπουλό και καμπυλωτό. Κι όμως, και πάλι, δεν ήταν αυτό που τον ενδιέφερε, αλλού ήταν στραμμένη η προσοχή του- στο μυστηριώδες και θαυμαστό της τρίγωνο, εκεί όπου έσμιγαν τα δυό της πόδια, στην Πύλη του Παράδεισου της… που ήταν όμως κλειστή για εκείνον. Έκανε πως κοιμόταν, όταν Εκείνη ντύνονταν για τη δουλειά, επίτηδες ξέσκεπος, για να φαίνεται κάτω από το σλιπάκι η εφηβική του στύση. Κλειστή για εκείνον, απαγορευμένη, η χώρα των Θαυμάτων της, ή μήπως όχι, τότε γιατί Εκείνη τον ρώτησε με νόημα αν την κατάλαβε που έφυγε το πρωί (απάντησε ψέμματα πως όχι), γιατί Εκείνη άφησε μισάνοιχτη την πόρτα του μπάνιου όταν έκανε ντους, κι έλεγε «αχ τί ωραία, αχ τί ωραία» με νάζι, μα τί περιμένει, τί άβγαλτος, τί άτολμος, μα τί βλάκας, μόνο ποιήματα ξέρει να μού γράφει, τού βρήκε αλλού δωμάτιο και τον ξαπόστειλε.

-Μπαίνουμε αμέσως στο χειρουργείο. Εσύ ο καινούργιος έλα να με βοηθήσεις, κι ας κάτσει ο παλιός στα εξωτερικά ιατρεία. Πρώτη σου εφημερία ε; Είσαι πολύ γκαντέμης βρε αδερφέ μου, όλη μέρα πήξαμε στα τροχαία. Γιατί είσαι τόσο χλωμός; Δεν πιστεύω να φοβάσαι; Α, κατάλαβα, παλιομπαγάσα- δίκιο έχεις, ωραίο γκομενάκι, ναι, πολύ κρίμα- το πόδι της μάλλον θα πάει για τα σκουπίδια.

Στα γενέθλιά του, στο φοιτητικό του σπίτι, τής γνώρισε τον καλύτερό του φίλο. Έγιναν αμέσως ζευγάρι. Δεν τής το συγχώρησε. Τής το είπε. Ούτε κι εκείνη τον συγχώρησε.

-Δυστυχώς πρέπει να το κόψουμε. Δεν υπάρχει περίπτωση να διατηρηθεί. Υπάρχει μεγάλη απώλεια οστού, τ’ αγγεία έχουν καταστραφεί, και τα μαλακά μόρια είναι εντελώς συνθλιμμένα. Ενημερώστε τους συγγενείς, αν έχει έρθει κανείς. Κράτα εσύ μικρέ σταθερά από την άκρη. Μπάμπη Αρκούδε, δώσε το χοντρό πριόνι, και χαμήλωσε επιτέλους αυτά τα σκυλάδικα, μάς έχεις πάρει το κεφάλι, τρεις η ώρα το πρωί.

Είχε μόλις γυρίσει από την Αμερική. Γνώρισε κάποιον σ’ ένα πάρτυ κι έφυγαν μαζί, με τη μηχανή του. Έτρεχε μ’ εκατόν είκοσι για να την εντυπωσιάσει, όταν έπεσε πάνω τους ένα αυτοκίνητο, κάθετα. Τής συνέτριψε τον μηρό από τη ρίζα. Το ασθενοφόρο την βρήκε μέσα σε μια λίμνη από αίμα, το αίμα της, ετοιμοθάνατη, και με το πόδι της να κρέμεται από μία κλωστή. Ήταν θαύμα που έφτασε στο εφημερεύον νοσοκομείο ζωντανή.

-Μα τί έπαθε αυτός; Λιποθύμησε; Κίνηση! Κίνηση!!! Ξαπλώστε τον σ’ένα φορείο με τα πόδια ψηλά. Το μόνο που μάς έλειπε ήταν ν’ ασχολούμαστε μ’ αυτόν τον μαλάκα. Ένα πόδι τού έδωσα να κρατήσει κι έκλασε μέντες, μόλις το έκοψα και τού έμεινε στο χέρι, έφυγαν μαζί στο πάτωμα. Και θέλει να γίνει και χειρουργός, ο χέστης. Ή μήπως έφταιγαν τα σκυλάδικα, κι εγώ ζαλίστηκα, ρε Μπάμπη σού το ξανάπα, χαμήλωσε. Γαμώντας πήγε πάλι σήμερα, τον παλιογκαντέμη τον νέο, τί ώρα πήγε, τέσσερις, κι ως τις οκτώ που τελειώνει η εφημερία, ποιος ξέρει τί άλλο θα μάς φέρει το κωλο-ΕΚΑΒ…

Το πόδι κάηκε στον αποτεφρωτήρα μαζί με τ’ άλλα νοσοκομειακά απόβλητα. Εκείνη δεν ήξερε ότι εκείνος ήταν παρών στο χειρουργείο της. Όταν βγήκε από την εντατική, τού απαγόρεψε να πάει να τη δει στον θάλαμο, δεν το άντεχε. Την παράκουσε και πήγε.

Ήταν Όμορφη, όπως πάντα. Δεν τον μάλωσε που δε σεβάστηκε την επιθυμία της.

Και – τί παράξενο- ήταν Εκείνη που τού έδωσε κουράγιο.

Αγαπιούνται ακόμα.

17-18 Μαρτίου 2008
Photo by Ericbb @ deviantart.com

h1

ΜΙΚΡΑ ΚΙΝΕΖΙΚΑ ΣΚΑΤΑ

March 5, 2008

Είναι μια μικροκαμωμένη Κινεζούλα. Η ηλικία της απροσδιόριστη, το λεπτό της πρόσωπο κουρασμένο, σίγουρα πιό ηλικιωμένο από το διαβατήριό της.

Κοιμάται σ’ ένα στρώμα στο πάτωμα, στο πατάρι μιας αποθήκης, μαζί με δεκάδες άλλους συμπατριώτες της. Κάθε πρωί φοράει ένα μικρό κασελάκι στο λαιμό και παίρνει τους δρόμους, να πουλήσει την φτωχική της πραμάτεια- μπιχλιμπίδια και ψευτοπράγματα, ευτελούς αξίας. Επιστρέφει αργά κάθε βράδυ στην κοινόβια τρώγλη της.

Τις Κυριακές τη στήνει πάντα στο ίδιο στέκι. Απλώνει πάνω στο πεζοδρόμιο το εμπόρευμα, πιο πλούσιο και πιο ογκώδες από τις καθημερινές. Περνάει όλην την ημέρα εκεί, δίπλα στο υπαίθριο μαγαζάκι της, δεν απομακρύνεται λεπτό. Τι τρώει; Πού κάνει τις ανάγκες της; Κανείς δεν ξέρει. Κανείς δεν ενδιαφέρεται να μάθει.

Μια μέρα βρήκανε στο υπόγειο μιας από τις παρακείμενες πολυκατοικίες λίγα κακά, πάνω σε μιαν εφημερίδα. Όλες οι υποψίες έπεσαν πάνω στην Κινέζα. Το γεγονός μαθεύτηκε στην πολυκατοικία, κι από τότς όλοι την κοιτούν με καχυποψία και αποτροπιασμό.

Για σκέψου, πόσα δισεκατομμύρια εξαθλιωμένοι Κινέζοι υπάρχουν στον κόσμο. Σκέψου ένα απειροελάχιστο ποσοστό από αυτούς να έρχονταν ν’ αφοδεύσει στο υπόγειό μας. Σε λίγο θα πλημμυρίζαμε στα σκατά.

Μικρά Κινέζικα σκατά.

4-3-2008

h1

Η ΑΠΟΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ

February 16, 2008
Jacques-Louis David, ο θάνατος του Σωκράτη
Βγήκε η απόφαση. Με καταδίκασαν, οι πεντακόσιοι και ένας Ηλιαστές μου. Όχι με μεγάλη πλειοψηφία, αλλά πάντως με καταδίκασαν. Κι ύστερα διάλεξαν για μένα τη μέγιστη ποινή: Θάνατος, όπως είχαν προτείνει οι Κατήγοροι. Πλήρης απογοήτευση. Τί να πήγε άραγε τόσο στραβά;

Νόμιζα πως τους είχα πείσει. Τους μίλησα με όλη μου την ψυχή, και τους είπα όλη μου την Αλήθεια. Αρνήθηκα να χρηιμοποιήσω δικηγόρο, αρνήθηκα να χρησιμοποιήσω το λόγο που μού ετοίμασε ο Λυσίας, αρνήθηκα ακόμη και να χρησιμοποιήσω τη δικηγορίστική τους γλώσσα, αρνήθηκα να κλαφτώ και να παρακαλέσω. Οι Δικαστές είναι ελεύθεροι πολίτες, δε θά ’πρεπε σε ικεσίες και θεατρινισμούς να βασίζουν την κρίση και τις αποφάσεις τους. Ίσως να το παράκανα εκεί που τους πρότεινα να με τιμωρήσουν με τιμητική σύνταξη από το Πρυτανείο. Ίσως να υποτίμησα και την επιρροή στο λαό εκείνων των δημαγωγών, εκείνων των ανθρωπαρίων, του Μέλητου και του Άνυτου και του Λύκωνα.

Οι μαθητές μου είναι όλοι αναστατωμένοι, με παρακαλούν να αποδράσω. Έχουν ετοιμάσει τα πάντα. Ο νεαρός Πλάτωνας έχει ήδη συνεννοηθεί με τους δεσμοφύλακες- δυό τρεις μνες για τον καθένα ήταν αρκετές, δόξα τω Θεώ του Πλάτωνα δεν τού λείπει το χρήμα. Μού έκανε όμως εντύπωση η πλήρης απάθειά των δεσμοφυλάκων μου, δεν ταράχτηκαν καθόλου από τη συναλλαγή, λες και το περίμεναν ότι θα τούς το προτείναμε, λες και το θεωρούσαν απολύτως φυσικό κι αναμενόμενο ότι θα προσπαθούσα να δραπετεύσω.

Θα μπορούσα βέβαια να μη δραπετεύσω. Όμως το θεωρώ ανήθικο- τί παράδειγμα θα δώσω στους νέους, στις επόμενες γενιές, αν κάτσω να πεθάνω, υπακούοντας σε μιαν άδικη απόφαση, που πάρθηκε άλλωστε με διαφορά μόλις τριάντα ψήφων; Τί θα λένε για μένα οι μελλούμενοι άνθρωποι; Πως δείλιασα ν’ αψηφήσω την αγέλη; Πως κάθησα, εγώ ο δήθεν Σοφός, να με φάνε οι άμυαλοι λύκοι;

Όχι, δεν θα τους κάνω τη χάρη- αφού η Πατρίδα μου με δολοφονεί, θα βρω μια νέα Πατρίδα. Μια Πατρίδα όπου θα είμαι καλοδεχούμενος. Μπορεί να είμαι γέρος, αλλά θα συνεχίσω εκεί το έργο μου, μαθαίνοντας τους ανθρώπους να σκέφτονται, αφυπνίζοντας συνειδήσεις, πλάθοντας ανθρώπους ελεύθερους και έλλογους, τραβώντας τους από την πρόληψη κι από το φόβο.

Ακούω θόρυβο από την πόρτα, πρέπει να ήρθαν να με πάρουν.

Αντίο, καταδίκη μου. Αντίο, Αθήνα μου.

Ποιός από τους δυό μας πηγαίνει στο καλύτερο, κανείς δεν το γνωρίζει.

Μόνο ο Θεός.

Πρόσκληση:
γράψε κι εσύ κάτι, με θέμα “Η Ηθική ως ζήτημα ζωής και θανάτου”

.

h1

ΕΝΑ ΚΟΡίΤΣΙ ΓίΝΕΤΑΙ ΓΥΝΑίΚΑ: Απόσπασμα από "Τα απομνημονεύματα της Σάντυ (τέως Κούλας)"

February 5, 2008

Αγαπημένο μου Ημερολόγιο

Σήμερα συνέβη επιτέλους αυτό που περίμενα τόσον καιρό!!!!!! Η απόδειξη ότι δεν είμαι πιά παιδί, αλλά ΓΥΝΑΙΚΑ!!!!! Επιτέλους!!!!!! Θα σκάσουν όλες στο σχολείο μόλις το μάθουν. Και να φανταστείς ότι δεν έκλεισα ακόμη καλά καλά τα έντεκα! Όχι σαν εκείνο το ζώον την Έβελυν (τέως Βούλα), που κοντεύει δώδεκα κι ακόμα. Ητ μάι ντάστ, μόμολο!!!! ΈΓΙΝΑ ΓΥΝΑΙΚΑ! Ζήτω!!!!! Να τρελλλλαθώ τώρα;;;; Τρελλλλλλαίνομαι!!!!!

Η μάνα μου με είχε προετοιμάσει, με πήρε παράμερα πριν από λίγο καιρό, και μού μίλησε, ποτέ δεν την είχα ξαναδεί τόσο σοβαρή: “Σάντυ“, μού είπε, “το ξέρεις κι εσύ πως άλλαξες πολύ τελευταία, μεγάλωσες πιά, σε λίγο θα γίνεις κι εσύ γυναίκα- πρέπει λοιπόν να σού εξηγήσω ορισμένα πράγματα“. Το περίμενα λοιπόν, αλλά κόντεψα να λιποθυμήσω από την ευτυχία όταν τελικά έγινε πραγματικότητα. Ήταν σήμερα το πρωί, μόλις σηκώθηκα από το κρεβάτι- τί χαρά!!!! Ήταν ακριβώς όπως το περίμενα: κόκκινο κόκκινο, λαμπερό λαμπερό, εντυπωσιακό εντυπωσιακό, σούπερ ντούπερ γαμάτο.

Γουάου!!!!! Τί απίθανο, το πρώτο μου KATAKOKKINO ΚΙΝΗΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ!!!!!

…………………………………………………………………………………………………………………………
Εννέα στα δέκα παιδιά 12 με 15 ετών έχουν κινητό τηλέφωνο
του Βασίλη Ζήρα από την Καθημερινή (5-2-2008)

h1

ΤΟ ΜΠΑΛΚόΝΙ ΜΕ ΤΑ ΣύΝΝΕΦΑ

January 29, 2008
.

ΤΟ ΜΠΑΛΚόΝΙ ΜΕ ΤΑ ΣύΝΝΕΦΑ

Κατέβηκε από τα Σύννεφα με μια βαλίτσα στο χέρι, και βρέθηκε σ’ έναν Ξένο τόπο, Ξένος μεταξύ Ξένων.

Ο Ξένος τόπος είχε το άρωμα της βροχής και του κρασιού. Τα Σύννεφα έρχονταν από τον γείτονα Ωκεανό, κι όλο έβρεχαν, κι έβρεχαν, κι έβρεχαν, εκείνες τις πρώτες μέρες, εκεί στο μεγάλο Λιμάνι, στο βάθος του ποταμόκολπου, του περιτριγυρισμένου από απέραντους αμπελώνες. Ακόμα κι όταν δεν έβρεχε, μυριάδες Σύννεφα περνούσαν πάνω από την Πόλη, με την ίδια πάντα κατεύθυνση, από τον Ωκεανό προς την ενδοχώρα, και πάντα βιαστικά, λες και τα περίμεναν επειγόντως κάπου αλλού, για κάτι εξαιρετικά σημαντικό, και δεν έπρεπε στιγμή να καθυστερήσουν.

Πάνω ήταν τα Σύννεφα, κάτω οι συννεφιασμένοι άνθρωποι. «Πες σ’ έναν άλλο Ξένο να σε πάει στη Γραμματεία για τις διατυπώσεις, είναι μακριά και δεν έχει συγκοινωνία», είπε η Υπεύθυνη Ξένων. Αλλά Ξένος με Ξένο είναι Ξένος. Περπάτησε ώρες, και πήγε μόνος του.

Το πρωί που ξεκινούσε για τη δουλειά ήταν Νύχτα. Το βραδάκι που επέστρεφε, ήταν πάλι Νύχτα. Το βορεινό παραθυράκι του μικρού του δωματίου φωτίζονταν κάπως μόνο τα Σαββατοκύριακα, όπως κι η ζωή του… Μόνο τα Σαββατοκύριακα μπορούσε να βγει έξω και να δει λίγο Ήλιο, αν φυσικά δεν έβρεχε. Ήταν όμως άραγε αυτός ο χλωμός ήλιος, ο ίδιος, ο δικός του ο Ήλιος, ο Αγαπημένος Ήλιος της πατρίδας; Αδύνατον.

Στο τέλος της πρώτης εβδομάδας αγόρασε ένα μπλε ποδήλατο. Μ’ αυτό έκανε τεράστιες βόλτες στην απλωμένη Πόλη, κάθε Κυριακή που τα Σύννεφα δεν έβρεχαν. Όλη μέρα. Χάζευε τους Ξένους δρόμους, τα Ξένα σπίτια, τους Ξένους ανθρώπους, τα Ξένα Σύννεφα. Στην πατρίδα τα Σύννεφα τεμπέλιαζαν στο ύψος του ορίζοντα, και συνήθως έμοιαζαν σχεδόν ακίνητα. Τα Ξένα Σύννεφα ταξίδευαν πολύ ψηλά στον ουρανό, περνούσαν και χάνονταν βιαστικά βιαστικά, αλλάζοντας συνέχεια σχήματα. Έρχονταν από την κοντινή Θάλασσα, την απέραντη, κι άγνωστη. Σχεδόν την άκουγε τα βράδια να λυσσομανάει, εκεί στον κοντινό ορίζοντα, να τον καλεί, σε μια γλώσσα Ξένη. Κι η δική του μικρή αγαπημένη Θάλασσα, ήταν τόσο μακρινή…

Στο τέλος του πρώτου μήνα αγόρασε ένα μπλε αυτοκίνητο. Για να πηγαίνει στη Θάλασσα. Περπάτησε όλο λαχτάρα ανάμέσα στα ψηλά πεύκα και τους αμμόλοφους, και βούτηξε με πείσμα στα παγωμένα κι απειλητικά νερά. Ένα άγριο κύμα τον ρούφηξε και τον χτύπησε στον πάτο, παραλίγο να μην ξαναβγεί. Δεν ξαναπήγε. Τόσο Ξένη, εκείνη η θάλασσα.

Τον έπνιγε το θλιβερό δωματιάκι του Ξενοδοχείου. Μια μέρα είδε ένα ενοικιαστήριο. Ψηλά, σε διψήφιο όροφο. Κοντά στα Σύννεφα. Μετακόμισε εκεί, κι από κει πάνω έβλεπε πιά τους ανθρώπους και τα σπίτια και τ’ αυτοκίνητα από ψηλά. Τα Σύννεφα δεν ήταν πιά απόμακρα, από το μικρό ψηλό μπαλκόνι άπλωνες το χέρι σου, και τ’ άγγιζες.

Σιγά σιγά ούτε η Πόλη τού φαινόταν πιά τόσο Ξένη. Από την ώρα που μετακόμισε στα Σύννεφα, δεν ένιωθε πιά Ξένος. Ήταν φυσικό. Δεν κατοικούσε πιά στην Ξένη Πόλη. Είχε επιστρέψει στα Σύννεφα. Είχε ένα δικό του μπαλκόνι στα Σύννεφα!

Στα Σύννεφα, που τον κουβάλησαν εκεί. Στα Σύννεφα, που περνούσαν βιαστικά από μπροστά του. Στα Σύννεφα, που θα τον έπαιρναν μια μέρα και θα τον γύριζαν πίσω. Στον Ήλιο.

h1

Ο ΚΑΙΡόΣ ΤΩΝ ΟΝΕίΡΩΝ

January 28, 2008


Πότε είναι καιρός για Όνειρα; Υπάρχουν Όνειρα για Ήλιο, Όνειρα για Χώμα, Όνειρα του Πάγου, Όνειρα πλατιά, Όνειρα στενά, σκληρά Όνειρα, Απαλά Όνειρα. Πάντα είναι καιρός για Όνειρα. Γιατί τα Όνειρα είναι παντός καιρού.
Τι καιρό κάνει στα Όνειρα; Κάνει έξι δισεκατομμύρια διαφορετικούς καιρούς, αλλού βρέχει, αλλού λάμπει, αλλού πετά, αλλού βροντά, αλλού λυγίζει, αλλού φρουμάζει, αλλού ησυχάζει. Κάνει έξι δισεκατομμύρια καιρούς που αλληλεπιδρούν, αλληλοσυγκρούονται, φιλιώνουν, μαλώνουν, ξεχνούν, κακιώνουν, αγαπούν. Το φτερούγισμα μιας πεταλούδας στ’ όνειρο κάποιου άγνωστου, μπορεί να φέρει μια θύελλα στο δικό σου Όνειρο.

Αλήθεια, τί καιρό κάνει σήμερα στ΄ Όνειρό σου;

.

h1

ΤΟ ΜΑύΡΟ ΒΟΥΝό (μέρος 3ο και τελευταίο)

January 27, 2008

.

Πριν προχωρήσετε, διαβάστε το πρώτο μέρος και το δεύτερο μέρος.

Το τελευταίο τμήμα του μονοπατιού ήταν στενό, χωρίς λιθόστρωτο. Ανηφόριζε απότομα από την πίσω πλευρά του λόφου, μακριά από το γκρεμό, και σε όλο του το μήκος λυσσομανούσε ένας άγριος άνεμος. Το ουρλιαχτό του Ανέμου λες και συνομιλούσε μ’ εκείνο των ψαλμών, που είχαν ξαναπάρει την αρχικό τους ρυθμό, αλλά με μεγαλύτερη τώρα ένταση. Η μακριά πομπή δεν άργησε να φτάσει σ’ένα ακόμα πλάτωμα, ακριβώς στην κορυφή, όπου ήταν χτισμένο ένα ακόμη εκκλησάκι.

Ολόκληρη η Συνοδεία παρατάχτηκε σε κύκλο, εκεί στο μικρό προαύλιο της απόμακρης εκκλησιάς, που έμοιαζε ακόμα πιο ανίερη από εκείνη στους πρόποδες του Μαύρου Βουνού. Ο άγριος άνεμος λυσσομανούσε ολόγυρα ακόμα πιο έντονα, λες κι είχε κορυφωθεί κι αυτός, μαζί με το υψόμετρο.

Οι μεταφορείς του τον έστησαν όρθιο, υποβαστάζοντάς τον.

Ανίκανος να μιλήσει ή να κάνει την παραμικρή κίνηση, είδε με τρόμο στο κέντρο του κύκλου, στο βοτσαλόστρωτο έδαφος, να λάμπει μια μεγάλη κατάμαυρη Πεντάλφα, σχηματισμένη από μαύρες βασαλτικές πέτρες, που φωταύγαζαν με το ίδιο παράλογο μαύρο φως των μαύρων κεριών. Ένας από τους μαυροφορεμένους (παρατήρησε με έκπληξη ότι ο χιτώνας του ήταν διακοσμημένος με πολύπλοκα αλλά αναγνωρίσιμα σχέδια, κυρίως τρίαινες και κυμάτια) τοποθετήθηκε στην κορυφή της σατανικής Πεντάλφας. Ακριβώς δίπλα του στάθηκε ένα από τα ψαρόμορφα πλάσματα. Ο μαυροντυμένος άρχισε ν’ απαγγέλει κάτι σαν επίκληση, βγάζοντας ακατανόητους ήχους και κραυγές, εναλλάξ με τον αρχηγό των ψαρανθρώπων, που τον συνόδευε με μια αηδιαστική αντιφώνηση σε μιαν απαίσια άγνωστη γλώσσα, γεμάτη λαρυγγικούς φθόγγους :

-Ιαί! Ιαταταί!

-Ιά! Ιά! Χαστούρ!

-Ιαί! Βαβαί! Παππαί! Ιαταταί!

-Χαστούρ κφχ’ αγιάκγχ ‘βούλγκτμμμμ, βουγκτχλαλγκνν, βολύγκτχμμμμ!

-Αιέ! Αιέ! Ταιττααιέ!

-Άι! Άι! Χαστούρ!

Ξαφνικά ο Άνεμος (που ήταν ήδη αρκετά έντονος) άρχισε να φυσάει τρελλά προς όλες τις κατευθύνσεις, σαν να συμμετείχε κι εκείνος στην κλιμάκωση της ανόσιας τελετής. Ολόγυρα από την Πεντάλφα, οι εκστασιασμένοι θεατές άρχισαν να ψέλνουν όλοι μαζί τα λόγια που μόλις είχε εκφωνήσει ο Αρχιερέας και το πλάσμα-Αρχιψαράνθρωπος, ενώ οι βαστάζοι ξάπλωναν τον αιχμάλωτο ανάσκελα στο εσωτερικό της Μαύρης Πεντάλφας, ολόγυμνο, με τα χέρια και τα πόδια ανοιχτά, από ένα του άκρο σε κάθε μυτερή γωνία.

Το τερατώδες Αστέρι από Μαύρο Φως έλαμπε τώρα εκτυφλωτικά γύρω του. Με τρόμο ένιωσε το ονειρικό κορμί του να φλέγεται από μαύρη φωτιά, και να διαλύεται σε τρομοκρατημένα άυλα μόρια. Με μια συνθηματική κίνηση του Αρχιερέα όλοι οι παριστάμενοι όρμηξαν ταυτόχρονα επάνω του, κομματιάζοντάς την αιώνια ψυχή του, με γαμψά νύχια και με μικρά μαύρα βασαλτικά μαχαίρια. Ο άνεμος είχε λυσσάξει να φυσά, απ’ όλες τις κατευθύνσεις, στροβιλιζόμενος και περιδινιζόμενος, ψέλνοντας, λες, στον ίδιο σκοπό, που εκστασιασμένοι επαναλάμβαναν οι Σκοτεινοί, στην αποκορύφωση εκείνη της φρικτής τους τελετής.

Η αστυνομία τον βρήκε ολόγυμνο πάνω στο κρεβάτι, παγωμένο, με μια έκφραση ανείπωτου Τρόμου στο πρόσωπο, με τα χέρια και τα πόδια απλωμένα. Η πόρτα στο βάθος του δωματίου ήταν κλειστή και κλειδαμπαρωμένη, όπως πάντα, και κανείς δε διανοήθηκε να την ανοίξει. Μια έντονη μυρωδιά χαλασμένου ψαριού πλανιόταν στο δωμάτιο. Η τοξικολογική εξέταση δεν έδειξε καμμιά γνωστή τοξική ουσία. Ο ιατροδικαστής έγραψε πως πέθανε μέσα στον Ύπνο του από καρδιακή ανακοπή, πράγμα παράξενο, μια που δεν είχε κανένα παθολογικό ιστορικό.

Έτσι γιόρτασαν οι πιστοί του Τιτάνα Ποσειδώνα, του Παντοδύναμου Θεού των Θαλασσών, την προσωρινή, επισφαλή κι ανίερη συμφιλίωσή Του με τον Άρχοντα του Αιθέρα, τον Χαστούρ τον Ακατανόμαστο, τον Μέγα Παλαιό, εκείνο το βράδυ, στην πανάρχαια Οία. Εκείνο το βράδυ με τη Νέα Σελήνη, και με τον αστερισμό του Ωρίωνα στην Ανατολή. Εκείνο το βράδυ, που πρωτοφανείς θυελλώδεις άνεμοι- ανεξήγητοι για τους Μετεωρολόγους- κράτησαν τα καράβια δεμένα, σε όλα τα λιμάνια του κεντρικού Αιγαίου. Εκείνο το βράδυ, που οι σεισμογράφοι κατέγραψαν μιαν ισχυρή σεισμική δόνηση με μεγάλο εστιακό βάθος, ακριβώς τα Μεσάνυχτα, με επίκεντρο το νησάκι Νέα Καμένη, στο κέντρο ακριβώς της ηφαιστειακής καλδέρας της Σαντορίνης, που κάποτε την έλεγαν Θήρα, κι ακόμα παλιότερα, σε καιρούς ξεχασμένους, όταν η Ανθρωπότητα ήταν ακόμα νέα, Ατλαντίδα…

Παρακαλώ ενημερώστε με αν θέλετε να το αναδημοσιεύσετε
email επικοινωνίας: miltiadis_s at yahoo.gr

Άποψη της Οίας. Στο βάθος, το Μαύρο Βουνό ή Μαυροβούνι.
.
h1

ΤΟ ΜΑύΡΟ ΒΟΥΝό (μέρος 2ο)

January 26, 2008
Σύσταση: Μην προχωρήσετε αν δεν διαβάσετε προηγουμένως το πρώτο μέρος

Το απόλυτο σκοτάδι του δωματίου-σπηλιά έλαμπε μέσα στ’ όνειρό του, λουσμένο σ’ ένα απόκοσμο ασημογάλαζο φως. Είδε με φρίκη τη μυστηριώδη πόρτα ν’ ανοίγει, κι από μέσα να βγαίνουν ένα ένα δεκάδες δίποδα όντα, παρωδίες ανθρώπων, κάτι σαν διασταύρωση ανθρώπου και ψαριού. Τα σώματά τους ήταν καμπουριαστά, και καλυμμένα με φολίδες, ενώ το κεφάλι τους έμοιαζε με κεφάλι ιγκουάνα, με μικρά σχιστά μάτια χωρίς βλέφαρα, τεράστιο ψαρίσιο στόμα, χαμηλό έως ανύπαρκτο μέτωπο, χοντρό λαιμό, καθόλου μαλλιά, αλλά με φολίδες παντού, ακόμα και στο σαν-πρόσωπο. Τα χέρια τους ήταν κοντά και πλατιά, σαν πτερύγια, και τα δάχτυλά τους – μέτρησε έξι σε κάθε ας-το-πούμε-χέρι – ενώνονταν με μία διάφανη μεμβράνη.

Τα μυστηριώδη αυτά πλάσματα περνούσαν δίπλα από το κρεβάτι του ψέλνοντας το τρομακτικό τους μονότονο τροπάριο, χωρίς να τού δίνουν καμμιά σημασία. Οι τελευταίοι όμως της πομπής, πιο μικρόσωμοι και πιο κακοσχηματισμένοι από τους υπόλοιπους, σταμάτησαν δίπλα στο κρεβάτι του. Έξι από αυτούς τον σήκωσαν στα αποτρόπαια χέρια τους- ένιωσε το ανατριχιαστικό, γλοιώδες και παγωμένο άγγιγμά τους στο γυμνό του κορμί.

Λίγοι από τους μυριάδες τουρίστες του νησιού διανυκτέρευαν στο γραφικό και διάσημο χωριό, στο χείλος του ηφαιστειακού γκρεμού. Οι περισσότεροι έρχονταν μαζικά λίγο πριν το δειλινό, για να θαυμάσουν το περίφημο ηλιοβασίλεμα, και μετά επέστρεφαν στα παραθαλάσσια ξενοδοχεία τους, στην άλλη πλευρά του νησιού. Το ενοικιαζόμενό του σπιτάκι ήταν από τα τελευταία του οικισμού, στην αντίθετη κατεύθυνση από τα καφέ και τα εστιατόρια, και στα στενά λιθόστρωτα δρομάκια που διέτρεχαν το χείλος του γκρεμού οριζόντια και κάθετα δεν κυκλοφορούσε κανείς, εκείνη την προχωρημένη ώρα, λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Η πομπή ανέβηκε ανενόχλητη στον κύριο λιθόστρωτο δρόμο, στο φρύδι της καλδέρας, και πήρε την αντίθετη κατεύθυνση από το κέντρο.

Σε λίγο είχαν πια περάσει κι από τα τελευταία σπίτια και μικρά ξενοδοχεία του χωριού, λουσμένα όλα στο ίδιο απόκοσμο φως, χωρίς να συναντήσουν ψυχή στο δρόμο. Ανίκανος να κάνει την παραμικρή κίνηση, στα χέρια πάντα των έξι αηδιαστικών τεράτων, θυμήθηκε τον χάρτη που είχε μελετήσει στο καράβι: το αρχαίο εκείνο κι εγκατελειμμένο δρομάκι έβγαζε στην πρωτεύουσα του νησιού, πορευόμενο ακριβώς δίπλα στον αχανή γκρεμό, περνώντας λίγο έξω από το χωριά από έναν ψηλό λόφο, που έφερε το δυσοίωνο όνομα Μαύρο Βουνό. Είχε προσέξει αυτήν την λεπτομέρεια γιατί το όνομα τού ασκούσε μια περίεργη έλξη, και σκόπευε να επισκεφτεί το μέρος εκείνο. Είχε ρωτήσει σχετικά και κάποιους ντόπιους, που όμως έμοιαζαν παράξενα απρόθυμοι να του δώσουν πληροφορίες για το λόφο εκείνο, που δέσποζε επιβλητικά πάνω από τον πολυσύχναστο ασφαλτοστρωμένο δρόμο που οδηγούσε στην Πρωτεύουσα του νησιού.

Αυτά σκεφτόταν, καθώς η πομπή άφησε το κεντρικό σκέλος του αρχαίου λιθόστρωτου δρόμου, κι έστριψε σ’ ένα στενότερο ανηφορικό παρακλάδι αριστερά, απομακρυνόμενη από το χείλος του γκρεμού. Λίγο πιό πέρα η πομπή σταμάτησε, ακριβώς μπροστά σε μια αυλόπορτα, κι είδε με έκπληξη ένα μικρό εκκλησάκι, που έλαμπε ασημόλευκο στο φασματικό φως της αφέγγαρης νύχτας– παραδόξως μπορούσε να κινεί το βλέμμα του, καθώς μεταφέρονταν παράλυτος στα χέρια των αηδιαστικών του βαστάζων. Δεν ήταν όμως καθόλου καθησυχαστική η παρουσία του ξωκλησιού εκεί, το αντίθετο, ο καμπύλος όγκος του με τον κλασικό κυανό τρούλο, που σε κανονικές συνθήκες θα τού φαινόταν γραφικός και όμορφος, έμοιαζε την ώρα εκείνη ιδιαίτερα απειλητικός και τρομακτικός.

Στην αυλή της εκκλησιάς είδε πως ήταν μαζεμένοι κάμποσοι κανονικοί άνθρωποι. Κάποιοι από αυτούς έμοιαζαν ντόπιοι, ενώ άλλοι ήταν προφανέστατα ξένοι. Όλοι τους ήταν ντυμένοι παράξενα, με απαράλλαχτους μακριούς μαύρους χιτώνες, και κρατούσαν στα χέρια τους- όπως διαπίστωσε με μεγάλη έκπληξη- μαύρα κεριά, που έκαιγαν με λαμπερές μαύρες φλόγες.

Οι μυστηριώδεις άνθρωποι προστέθηκαν στην πομπή, και άρχισαν κι εκείνοι να ψέλνουν τις ψαλμωδίες των ψαρανθρώπων- έτσι τους είχε ονομάσει μέσα στο όνειρό του. Συνέχισαν όλοι μαζί την ανάβαση στο Μαύρο Βουνό. Μπροστά πήγαιναν οι ψαράνθρωποι, στη μέση ήταν αυτός και οι βαστάζοι του, ενώ από πίσω ακολουθούσαν εκείνοι με τα μαύρα κεριά.

Κάποια στιγμή το μονοπάτι κατέληξε σ’ ένα πλάτωμα, μια σχετικά επίπεδη έκταση στο χείλος του γκρεμού, που περιβάλλονταν ολόγυρα από κάτι τεράστια κι απειλητικά μαύρα βράχια. «Οι Φρουροί», σκέφτηκε αυθόρμητα. Υπήρχε μια παράξενα ανυπόφορη ένταση στην ατμόσφαιρα σ’ εκείνο το σημείο, ακόμα και οι ψαράνθρωποι φαίνονταν να το νιώθουν αυτό, έδειχναν κάπως ανήσυχοι. Τα ογκώδη και πολυεδρικά μαύρα βράχια έμοιαζαν να πάλλονται, να δονούνται από ανίερες δονήσεις, λες και ήταν κατά κάποιον τρόπο ζωντανά.

Η πομπή σταμάτησε απότομα, σαν να περίμενε κάποιου είδους έγκριση για να συνεχίσει. Ο τόνος την ανατριχιαστικής ψαλμωδίας άλλαξε, κι έγινε κάπως παρακλητικός, σαν ν’ απευθύνονταν σε κάποιο Σεβάσμιο Ον. Ξαφνικά οι βράχοι άρχισαν να ιριδίζουν σε τόνους του μαύρου και του ασημί, και η πομπή ξανάρχισε να κινείται, με κατεύθυνση προς την κορυφή του Μαύρου βουνού, που δεν απείχε πιά πολύ…

συνεχίζεται… (κλικ!)

Απαγορεύεται κάθε αναδημοσίευση χωρίς την άδειά μου
email επικοινωνίας: miltiadis_s at yahoo.gr

h1

ΤΟ ΜΑύΡΟ ΒΟΥΝό (νυχτερινό ανάγνωσμα – μέρος 1ο)

January 25, 2008

.
.

Δεν είναι νεκρός Εκείνος που αιώνια μπορεί να περιμένει
και με το πέρασμα παράξενων Αιώνων
ακόμα και ο Θάνατος ραγίζει, και πεθαίνει

Εκείνο το βράδυ δυσκολεύτηκε πάρα πολύ να κοιμηθεί. Δεν ήταν τόσο η ζέστη και η υγρασία, όσο μια ακαθόριστη αίσθηση διάχυτης απειλής, κάτι που ποτέ δεν είχε ξανανιώσει. Αυτή η αίσθηση ήταν ήδη παρούσα την ώρα που επέστρεφε από τη μοναχική του βόλτα στο μοναδικό ανοιχτό μπαράκι του χωριού, αλλά δυνάμωσε απότομα όταν ξεκλείδωσε την πόρτα. Λες και tο υπόσκαφο σπίτι, το σκαμμένο μέσα στ’ αρχαία ηφαιστειακά βράχια, στην άκρη του γκρεμού, λες και ήταν γεμάτο από την άυλη οσμή ενός ασαφούς επικρεμάμενου κινδύνου. Μπήκε διστακτικά στο πρώτο δωμάτιο, το καλό, με το κουζινάκι και με τον καναπέ και με το μεγάλο διπλό κρεβάτι, που θα έμενε άδειο απόψε: παρ’ όλα του τα δυσοίωνα προαισθήματα, προτιμούσε να κοιμηθεί κι απόψε στο δεύτερο δωμάτιο, το σκαμμένο ακόμα πιο βαθιά μέσα στην ελαφρόπετρα και την λάβα.

Άναψε το φως και προσπάθησε να διασκεδάσει τους αβάσιμους φόβους του. Η ανησυχία του όμως, αντί να υποχωρήσει, γινόταν όλο και πιό έντονη – αλλά δεν ήταν προληπτικός, το αντίθετο μάλιστα, ήταν ένας πολύ λογικός και πρακτικός άνθρωπος, ένας μορφωμένος κι έξυπνος ορθολογιστής, και γέλασε με τις παράλογες ανησυχίες του, ξορκίζοντας τους αναίτιους φόβους του. Τί φοβάσαι ρε βλάκα, είπε στον εαυτό του, μη σε φάνε οι καλικάντζαροι;

Ίσως για την ανησυχία του να έφταιγε κι εκείνο το μυστηριώδες τρίτο δωμάτιο, το πιο βαθιά χωμένο στα έγκατα της γης. το κλειδαμπαρωμένο. Η νοικοκυρά σαν να είχε ενοχληθεί κάπως όταν την ρώτησαν τί υπάρχει εκεί, τους είχε απαντήσει απρόθυμα κάτι αόριστο, κάτι σχετικά με παλιές αποθήκες. Σαχλαμάρες, είπε στον εαυτό του. Παρασύρεσαι στην παράνοια, επειδή χώρισες βίαια από την αγαπημένη σου, κι όλα σού φαίνονται μαύρα. Για μια στιγμή μετάνιωσε που δεν είχε φύγει πίσω στην πόλη, μαζί με το ζευγάρι των φίλων του. Είχαν επιμείνει απρόσμενα έντονα να τον πάρουν μαζί τους, λες και διαισθάνονταν ότι κάποιος κίνδυνος παραμόνευε για κείνον αν έμενε μόνος – τον αγαπούσαν πολύ, φαρμακώθηκαν όταν τον είδαν να φτάνει χωρίς Εκείνην στο νησί, και υπέφεραν να τον βλέπουν έτσι μελαγχολικό. Απλά δεν ήθελαν να τον αφήσουν μόνο, αυτή ήταν η αιτία, χωρίς αμφιβολία. Επέμεινε να μείνει, το είχε ανάγκη. Έμεινε, κι απόψε ήταν το πρώτο βράδυ που θα περνούσε μόνος του, στο σπιτάκι που είχαν νοικιάσει όλοι μαζί.

Με τα χίλια ζόρια τον πήρε ο ύπνος. Καλύτερα να μην τον έπαιρνε.

Ο εφιάλτης που είδε εκείνο το βράδυ δεν περιγράφονταν με λόγια.

Αρχικά άκουσε μια παράξενη ψαλμωδία να έρχεται από το βάθος του βράχου, μια ψαλμωδία που έμοιαζε να είναι παλιά όπως ο Χρόνος. Στην αρχή μόλις που ακούγονταν, αλλά όλο και δυνάμωνε, ώσπου δεν μπορούσε πιά να ξεγελάσει τον εαυτό του πως ήταν κάτι που το φαντάζονταν. Δεν θύμιζε τίποτα που να είχε ακούσει ως τώρα. Είχε κάτι το γλυκερό και σαγηνευτικό, όχι όμως ευχάριστο, αλλά τρομακτικό, σαν ν’ άκουγε κανείς την ίδια την χορωδία της Κόλασης. Προσπάθησε μέσα στ’ όνειρό του να σηκωθεί από το κρεβάτι, όμως ανακάλυψε με τρόμο πως ήταν ανίκανος να κάνει την παραμικρή κίνηση. Μια διάχυτη παράλυση τον κρατούσε καθηλωμένο, την ώρα που η Διαβολική ψαλμωδία όλο και πλησίαζε, παράξενα λαρυγγική και απόκοσμη, σαν να έβγαινε από στόματα μη ανθρώπινα. Τις ψαλμωδίες συνόδευε όλο και πιό καθαρά ο κρότος από βαριά, ρυθμικά, συντονισμένα βήματα, που όλο και πλησίαζαν, πίσω από την κλειδαμπαρωμένη πόρτα του τρίτου δωματίου, μαζί με μια αηδιαστική δυσωδία, σαν από χαλασμένο ψάρι, που γινόταν όλο και πιό έντονη…

Απαγορεύεται ρητά κάθε αναδημοσίευση χωρίς την άδειά μου
email επικοινωνίας: miltiadis_s at yahoo.gr
.