Είναι παράξενη η ανθρώπινη φαντασία, αλλά ακόμα πιό παράξενη είναι η ανθρώπινη πραγματικότητα.
-Τί φέρνει πάλι το ΕΚΑΒ;
-Βαρύ τροχαίο, από Λεωφόρο Ποσειδώνος- μάλλον μηχανή. Γυναίκα, εικοσικάτι, κεντρικός ακρωτηριασμός κάτω άκρου. Έχει χάσει πολύ αίμα, να είστε σε ετοιμότητα – θα την βάλουμε αμέσως στο χειρουργείο.
Είχε χτυπήσει το κουδούνι για μέσα, την πρώτη φορά που την πρόσεξε. Δεν ήταν το πόδι της που πρόσεξε: Ήταν τα στήθια της. Φουσκωτά φουσκωτά και γυμνά, με τις σκληρές τους ρώγες να διακρίνονται καθαρά, κάτω από το λεπτό μακώ μπλουζάκι της γυμναστικής, ένα δωδεκάχρονο κορίτσι με πρώιμη ανάπτυξη και τις ορμόνες να βράζουν, κι ένα εντεκάχρονο αγόρι, που ξαφνικά ένιωσε, για πρώτη φορά, άντρας.
-Δεν πιάνω πίεση. Θα κάνω αδρεναλίνη ενδοκαρδιακά, δώστε άμεσα πέντε φιάλες αίμα bolus, και να υπάρχουν άλλες δέκα standby. Το καρδιογράφημα ευτυχώς δείχνει sxetik;a καλό, αν σταθεροποιηθεί μπορεί και να τη βγάλει.
Δεακαεφτά χρονών τον φιλοξένησε στο νησί που δούλευε για το καλοκαίρι, στο μικρό δωματιάκι της σοφίτας, όπου έμενε με την ξαδέρφη της. Από το πάτωμα που κοιμόταν στρωματσάδα έβλεπε το πόδι της κάτω από το σεντόνι, χυτό και στρουμπουλό και καμπυλωτό. Κι όμως, και πάλι, δεν ήταν αυτό που τον ενδιέφερε, αλλού ήταν στραμμένη η προσοχή του- στο μυστηριώδες και θαυμαστό της τρίγωνο, εκεί όπου έσμιγαν τα δυό της πόδια, στην Πύλη του Παράδεισου της… που ήταν όμως κλειστή για εκείνον. Έκανε πως κοιμόταν, όταν Εκείνη ντύνονταν για τη δουλειά, επίτηδες ξέσκεπος, για να φαίνεται κάτω από το σλιπάκι η εφηβική του στύση. Κλειστή για εκείνον, απαγορευμένη, η χώρα των Θαυμάτων της, ή μήπως όχι, τότε γιατί Εκείνη τον ρώτησε με νόημα αν την κατάλαβε που έφυγε το πρωί (απάντησε ψέμματα πως όχι), γιατί Εκείνη άφησε μισάνοιχτη την πόρτα του μπάνιου όταν έκανε ντους, κι έλεγε «αχ τί ωραία, αχ τί ωραία» με νάζι, μα τί περιμένει, τί άβγαλτος, τί άτολμος, μα τί βλάκας, μόνο ποιήματα ξέρει να μού γράφει, τού βρήκε αλλού δωμάτιο και τον ξαπόστειλε.
-Μπαίνουμε αμέσως στο χειρουργείο. Εσύ ο καινούργιος έλα να με βοηθήσεις, κι ας κάτσει ο παλιός στα εξωτερικά ιατρεία. Πρώτη σου εφημερία ε; Είσαι πολύ γκαντέμης βρε αδερφέ μου, όλη μέρα πήξαμε στα τροχαία. Γιατί είσαι τόσο χλωμός; Δεν πιστεύω να φοβάσαι; Α, κατάλαβα, παλιομπαγάσα- δίκιο έχεις, ωραίο γκομενάκι, ναι, πολύ κρίμα- το πόδι της μάλλον θα πάει για τα σκουπίδια.
Στα γενέθλιά του, στο φοιτητικό του σπίτι, τής γνώρισε τον καλύτερό του φίλο. Έγιναν αμέσως ζευγάρι. Δεν τής το συγχώρησε. Τής το είπε. Ούτε κι εκείνη τον συγχώρησε.
-Δυστυχώς πρέπει να το κόψουμε. Δεν υπάρχει περίπτωση να διατηρηθεί. Υπάρχει μεγάλη απώλεια οστού, τ’ αγγεία έχουν καταστραφεί, και τα μαλακά μόρια είναι εντελώς συνθλιμμένα. Ενημερώστε τους συγγενείς, αν έχει έρθει κανείς. Κράτα εσύ μικρέ σταθερά από την άκρη. Μπάμπη Αρκούδε, δώσε το χοντρό πριόνι, και χαμήλωσε επιτέλους αυτά τα σκυλάδικα, μάς έχεις πάρει το κεφάλι, τρεις η ώρα το πρωί.
Είχε μόλις γυρίσει από την Αμερική. Γνώρισε κάποιον σ’ ένα πάρτυ κι έφυγαν μαζί, με τη μηχανή του. Έτρεχε μ’ εκατόν είκοσι για να την εντυπωσιάσει, όταν έπεσε πάνω τους ένα αυτοκίνητο, κάθετα. Τής συνέτριψε τον μηρό από τη ρίζα. Το ασθενοφόρο την βρήκε μέσα σε μια λίμνη από αίμα, το αίμα της, ετοιμοθάνατη, και με το πόδι της να κρέμεται από μία κλωστή. Ήταν θαύμα που έφτασε στο εφημερεύον νοσοκομείο ζωντανή.
-Μα τί έπαθε αυτός; Λιποθύμησε; Κίνηση! Κίνηση!!! Ξαπλώστε τον σ’ένα φορείο με τα πόδια ψηλά. Το μόνο που μάς έλειπε ήταν ν’ ασχολούμαστε μ’ αυτόν τον μαλάκα. Ένα πόδι τού έδωσα να κρατήσει κι έκλασε μέντες, μόλις το έκοψα και τού έμεινε στο χέρι, έφυγαν μαζί στο πάτωμα. Και θέλει να γίνει και χειρουργός, ο χέστης. Ή μήπως έφταιγαν τα σκυλάδικα, κι εγώ ζαλίστηκα, ρε Μπάμπη σού το ξανάπα, χαμήλωσε. Γαμώντας πήγε πάλι σήμερα, τον παλιογκαντέμη τον νέο, τί ώρα πήγε, τέσσερις, κι ως τις οκτώ που τελειώνει η εφημερία, ποιος ξέρει τί άλλο θα μάς φέρει το κωλο-ΕΚΑΒ…
Το πόδι κάηκε στον αποτεφρωτήρα μαζί με τ’ άλλα νοσοκομειακά απόβλητα. Εκείνη δεν ήξερε ότι εκείνος ήταν παρών στο χειρουργείο της. Όταν βγήκε από την εντατική, τού απαγόρεψε να πάει να τη δει στον θάλαμο, δεν το άντεχε. Την παράκουσε και πήγε.
Ήταν Όμορφη, όπως πάντα. Δεν τον μάλωσε που δε σεβάστηκε την επιθυμία της.
Και – τί παράξενο- ήταν Εκείνη που τού έδωσε κουράγιο.
Αγαπιούνται ακόμα.
17-18 Μαρτίου 2008
Photo by Ericbb @ deviantart.com