Archive for the ‘ασυνάρτητες ιστορίες’ Category

h1

Η ΠΑΡΑΒΟΛή ΤΟύ ΓύΡΟΥ ΜΕ ΠίΤΑ (ΕΚ ΤΟύ ΚΑΤά ΜΑύΡΟΝ ΓάΤΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛίΟΥ ΤΟ ΑΝάΓΝΩΣΜΑ )

September 29, 2008

1 Τω καιρώ εκείνω, εδίδασκεν αυτοίς ο Κύριος, λέγων: 2 Άνθρωπός τις άστεγος, πένης και κουρελής, απελπισμένος και πεινασμένος, εκείτο αναίσθητος εις περιοχήν έρημον, ύποπτον, σκοτεινήν και κρύαν λίαν, ας είπομεν εις τού Ρέντη, πέριξ του εμπορικού κέντρου, άγρια ξημερώματα, ντάλα χειμώνα 3 εκρύωνεν ο τάλας τα μάλα, επεινούσε, και θα έλεγεν, εάν αναίσθητος ούκ ήτο, που ήτο, “τί την θέλω την ρημάδαν την ζωήν;”

4 Αίφνης, 4χ4 τί τερατώδες, ας είπομεν Porshe Cayenne, εσταμάτησεν έμπροσθεν αυτού 5 εξ αυτού εξήλθε γυνή ελαφρών ηθών, μινιφορούσα και ελεήμων 6 ιδούσα έμπροσθέν αυτής το προαναφερθέν ανθρώπινον ράκος, επρόσφερεν αυτώ αυθορμήτως ίδιον γυρόπιτον, άρτι αγορασθέν εκ ξενυχτάδικης ψησταριάς 7 ο πτωχός δεν πρόλαβε να την ιδεί, αφού εκείνη επεβιβάσθη του οχήματος και εξηφανίσθη ως αστραπή 8 εξύπνησεν όμως εκ τού ληθάργου, και είδεν, και ιδού, ενώπιον του, λαχταριστόν και αχνιστόν γυρόπιτον εκ τού πουθενά.

9 Ο άνθρωπος εδίστασεν 10 εσκέφθη, “ποίος μοί έστειλε το δώρον τούτον, και διατί; 11 και, διατί να δεχθώ την δωρεάν ταύτην, αφού δεν θα χορτάσω, αλλά κι εαν χορτάσω και πάλιν θα ξαναπεινάσω, και στο κάτω κάτω έτσι κι αλλιώς σε λίγο θα τα τινάξω εκ της πείνας και τού κρύου;”

12 Ούτως ελάλησεν προς αυτούς Κύριος Κύριος, και εδίδασκεν αυτοίς, λέγων 13 ιδού το νόημα της παρούσας παραβολής: Ο αναίσθητος άστεγος είναι η Ψυχή εν μέσω του Τίποτα, είς την ανυπαρξίαν, την πριν και μετά τη γέννησιν 14 το δε γυρόπιτον, η Ζωή εστί 15 αμαρτωλοί, μην αναρωτιέστε, ως ο πεινασμένος της παραβολής, εαν αξίζει τον κόπον να το φάτε ή όχι 16 ότι η ζωή δώρον εστί, μετά ημερομηνίας λήξεως, ναι, μετά προβλημάτων χιλίων και μυρίων, ναι, αλλά σπουδαίο δώρον εστί, η άτιμη, παρ ‘ όλα αυτά 17 Χαρείτε την, καταβροχθίστε την, χωρίς να ψάχνετε ποίος σάς την έδωκεν και διατί, χωρίς ν΄αναζητάτε κάποιον βαθύτερον νόημα εις αυτήν, χωρίς να περιμένετε να κρατήσει διά πάντα, χωρίς να ελπίζετε να χορτάσετε

18 Αυτά είπε και ελάλησε 19 και επίστευσαν εις αυτόν οι μαθηταί αυτού, αμήν 20 κι ούτε εγώ ήμουν εκεί, ούτε σείς, για να με πιστέψετε, αμήν αμήν 21 πιστέψτε με όμως, και δεν θα χάσετε, αμήν αμήν αμήν 22 και καλή σας όρεξη, εις τους αιώνας των αιώνων, αμήν-ν!

h1

όΜΟΡΦΗ ΣάΝ ΒΡΟΧή

September 25, 2008

Ξέρεις τί είναι ξένος; Ξένος είναι να βρέχει συνέχεια τού πνιγμού, και να μην έχεις κανέναν να τού γκρινιάξεις και να σού γκρινιάξει.

Έβρεχε πολύ, στην Πόλη του Ωκεανού. Έβρεχε μονότονα, ήρεμα, αλλά δυνατά, μέρες και μέρες, μέρες ατέλειωτες, που έμοιαζαν μήνες, χρόνια- ήταν ν’ απορεί κανείς πού έβρισκαν Ήλιο τ’ αμπέλια να φτιάξουν το διάσημό τους κρασί.

Από τον όγδοο όροφο της bidonville μου έβλεπα τα πελώρια σύννεφα να έρχονται από τη Δύση, από τον Ωκεανό, με ιλιγγιώδεις ταχύτητες- καμμία σχέση με τα δικά μας τα σύννεφα, που πρέπει να τα παρατηρήσεις ώρα για να δεις ότι όντως κινούνται. Εκείνα έτρεχαν σαν δαιμονισμένα, σαν να είχαν πολύ σοβαρές δουλειές να προλάβουν στην Ανατολή, σημαντικές βροχές να ρίξουν, επείγον νερό να κατεβάσουν.

Την είδα σ’ ένα τεράστιο προαστειακό σούπερ μάρκετ. Δεν ταίριαζε με την τεχνητή φωτεινή ζέστη, με τους φτηνούς πλαστικούς διαδρόμους και με τα ατέλειωτα ευτελή ράφια. Δεν ταίριαζε με τον αλαφιασμένο για κατανάλωση κόσμο, που βούιζε τριγύρω. Είχε στο πρόσωπό της τη γαλήνη της ήσυχης βροχής, και δυό γκριζογάλανα μάτια σαν καταιγίδα.

Την περίμενα να πληρώσει και την πλησίασα. Τής είπα ότι με είχε εντυπωσιάσει, και ότι θα χαιρόμουν πολύ αν ήθελε να καθήσουμε μαζί σ’ ένα καφέ.

Χαμογέλασε, βαθιά, ανθρώπινα, όμορφα- τα γκρίζα μάτια έλαμψαν φώς. Μού απάντησε πως δυστυχώς δεν μπορεί, αλλά μ’ ευχαριστεί για την πρόταση. Ούτε να μού δώσει το τηλέφωνό της μπορούσε. Χαμογέλασε όμως και πάλι. Το ίδιο όμορφα.

Έξω, είχε βγεί ο Ήλιος.

h1

ΣύΝΤΟΜΟ KAi ΘΑΝΑΤΗΦόΡΟ

September 23, 2008

.

Ήταν από κείνους που το μόνο που περιμένεις ν’ ακούσεις πιά γι αυτούς, είναι ότι πέθαναν.

Μια μέρα, πέθανε.

—- ακούτε: Enya – “Evening Star”

h1

Μέ ΦΙΛώ

September 21, 2008

.

.
Ήμουν μόνος. Πολύ μόνος.

Τόσο μόνος, που καμμιά φορά, τηλεφωνούσα στον εαυτό μου.

Έτσι, για ν’ ακούσω μιαν ανθρώπινη φωνή:

.

-Παρακαλώ; Ποιός είμαι;
-Εγώ.
-Α…. Εγώ πάλι…
-Και ποιός θα ήθελα να είμαι;
-Ξέρω εγώ…
-Και ποιός να ξέρω; Εγώ;
-Έλα ντε. Τέλος πάντων… Ήθελα κάτι;
-Όχι, πήρα απλά για να μ’ ακούσω λίγο.
-Καλά έκανα. Χάρηκα που με πήρα…
-Ήθελα επίσης να μού πώ πως μ’αγαπώ, αλλά έτσι που με υποδέχτηκα…
-Κι εγώ μ’ αγαπώ. Απλά δεν είμαι και πολύ στα καλά μου, μην με παρεξηγώ…
-Δεν πειράζει. Με καταλαβαίνω. Άντε γειά μου τώρα. Με φιλώ.
-Κι εγώ με φιλώ. Να είμαι καλά…
.
h1

Ο ΚόΦΤΗΣ ΤΟύ ΖόΜΠΙ

September 13, 2008

Και πολύ εργαλείο, ρε φιλαράκι. Όχι ο κόφτης ρε φιλαράκι, το ποδήλατο, τον κόφτη δεν τον πουλάω. Το θες; Δικό σου, δώσε πενήντα ευρώ και πάρτο. Τί πού το βρήκα; Δικό μου είναι, αλλά έχω ανάγκη ρε φιλαράκι, πρέπει να πάρω φάρμακα για τη μανούλα μου που είναι άρρωστη. Δώσε είκοσι ευρώ και πάρτο, να χαρείς ρε φιλαράκι, έχω μεγάλη ανάγκη. Τί; Είναι γεμάτο αίματα; Δεν είναι τίποτα ρε φιλαράκι, μάλλον θα χτύπησα κάπου, ολοκαίνουργιο είναι το εργαλείο, δεν το βλέπεις, δώσε δέκα ευρώ και πάρτο, πεινάω ρε φιλαράκι, να πάρω ένα σάντουιτς να φάω, να χαρείς. Πώς; “Και τί θα γίνει η μανούλα μου”; Ποιά μανούλα ρε φιλαράκι, ορφανό είμαι, δώσε πέντε ευρώ να πάρω το λεωφορείο να πάω σπίτι μου. Πώς; Γιατί δεν πηγαίνω με το ποδήλατο; Δεν ξέρω ποδήλατο ρε φιλαράκι, με δουλεύεις τώρα κι εσύ; Πώς; Τί να πάω να κάνω στο νοσοκομείο; Ματώνει ακόμα το κομμένο μου δαχτυλο; Ποιός το γαμάει τώρα το δάχτυλο, να κι αν είναι κομμένο να κι αν δεν είναι, κι αν ματώνει, κι αν δε ματώνει, το μόνο που με νοιάζει είναι να βρω φράγκα να πάρω την επόμενη δόση- πόσο νομίζεις πως έχω ακόμα να ζήσω, ρε φιλαράκι;

h1

Το ΑίΜΑ ΤήΣ ΓήΣ

September 8, 2008

.

Ένα πρωί, χαράματα, οι γεωτρήσεις άρχισαν να βγάζουν ένα πηχτό κόκκινο υγρό. Πρώτες το πρόσεξαν οι νοικοκυρές που έφτιαχναν πρωινό καφέ, κι οι εργαζόμενοι που πλένονταν αγουροξυπνημένοι για να πάνε στη δουλειά τους. Μετά ένας ένας όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι, νέοι γέροι και παιδιά, πλούσιοι και φτωχοί, διάσημοι και άσημοι- από κανέναν δεν ήταν δυνατόν να περάσει κάτι τέτοιο απαρατήρητο.
Όλοι άνοιγαν τρομαγμένοι ραδιόφωνα και τηλεοράσεις, για να μάθουν τί συνέβαινε, οι πιο προχωρημένοι έψαχναν απελπισμένα στο διαδίκτυο, τίποτα, πουθενά- κανείς δεν ήξερε, κανείς δεν τολμούσε ακόμα και να παραδεχτεί αυτό που συνέβαινε. Ακόμα και οι συνήθως διψασμένοι για συγκλονιστικές ειδήσεις δημοσιογράφοι, ήταν τόσο τρομοκρατημένοι, που προτιμούσαν να αγνοήσουν εντελώς το γεγονός, παρά να παραδεχτούν πως δεν είχαν ιδέα τί και γιατί συνέβαινε.

Γιατί όλοι ήξεραν, κι ας μην τολμούσαν ούτε να το ψιθυρίσουν κρυφά, ούτε καν στον εαυτό τους, πως το κόκκινο υγρό που έτρεχε από τις βρύσες, ήταν, όντως, αίμα.
Κάποιοι είπαν πως ήταν το αίμα της Γής. Οι πρώτες αναλύσεις όμως έδειξαν πως το αίμα ήταν ανθρώπινο, και μάλιστα παιδικό.

Τελικά, οι Σοφοί που μελέτησαν προσεκτικά και επισταμένα το φαινόμενο, κατέληξαν, μετά από πολλούς δισταγμούς και διαφωνίες, στη δύσκολη απόφαση ν’ ανακοινώσουν τα απίστευτα συμπεράσματά τους: επρόκειτο για το αίμα των παιδιών του μέλλοντος.

Το φαινόμενο δεν υποχώρησε από μόνο του, όπως πολλοί έλπιζαν. Σιγά σιγά όμως οι άνθρωποι άρχισαν να το συνηθίζουν, όλα τα συνηθίζουν με τον καιρό οι άνθρωποι- άρχισαν να πλένονται με το τρεχούμενο αίμα, να φτιάχνουν μ’ αυτό τον καφέ τους, και φυσικά, δεν μπορούσαν να κάνουν κι αλλιώς, άρχισαν να το πίνουν. Κανονικά, σαν να ήταν νερό. Κάποιοι μάλιστα το έβαλαν και σε μπουκάλια, κόλλησαν επάνω διάφορες ετικέτες, και το πουλούσαν εμφιαλωμένο.
Κι όλα ήταν και πάλι σχεδόν κανονικά…

Η Γή συνέχισε να περιστρέφεται, ατάραχη, για αμέτρητους ακόμα αιώνες.
.

h1

Τό ΠΑΙΔί ΤήΣ ΘάΛΑΣΣΑΣ

September 6, 2008
.
Ένα μικρό φωτεινό νησί. Μιά ερημική παραλία.
Ένας νέος άντρας και μια νέα γυναίκα έρχονται από τα βαθιά.

Είναι ερωτευμένοι.
Είναι όμορφη, κι είναι όμορφος. Είναι γόνιμη, κι είναι γόνιμος.

Είναι Αύγουστος.

Εκεί που σκάει το κύμα σταματούν, και κάνουν έρωτα. Μέσα στο νερό.

Ολοκληρωτικό έρωτα. Με κάθε μόριο του σώματός τους. Με κάθε σπίθα της ψυχής τους.

Μέσα στο μυαλό του άντρα γεννιέται ένα παιδί. Ένα δικό τους παιδί. Ένα όμορφο παιδί.

Την τελευταία στιγμή διστάζει. Τραβιέται.

Το παιδί ρέει στη Θάλασσα. Στην απέραντη Θάλασσα.



Εννιά μήνες αργότερα, τον επόμενο Μάη, το κύμα ξέβρασε ένα όμορφο νεκρό παιδί.
Κανείς δεν ήξερε τίνος ήταν.
Κανένας δεν το αναζήτησε.

Το είπαν “της Θάλασσας”.


h1

Η ΧΟΝΤΡή ΤΡΑΠΕΖίΤΙΣΣΑ

August 12, 2008
(Προσοχή: καμμία σχέση με την ΞΑΝΘΙΆ ΣΓΟΥΡΗ τραπεζίτισσα :-)

Ήταν χοντρή. Χοντρή και δυστυχισμένη.
Είχε σαρανταπέντε χρόνια, δύο ηλικιωμένους σαράβαλους γονείς, έναν αποτυχημένο γάμο, δύο χοντρά ανήλικα παιδιά. Και μια θέση στην Τράπεζα.
Πόση δύναμη χρειάζεται για να τα παρατήσεις όλα; Πόση αναισθησία χρειάζεται, για να τα παρατήσεις όλα; Πόσο περισσότερη δύναμη από αναισθησία, ή μήπως το αντίστροφο;
Είχε ήδη διαπρέψει στις μικροκαταχρήσεις και στα μικρομαφιοζιλίκια, τοκογλυφίες μίζες κτλ, όπως πολλοί “ξύπνιοι” συνάδελφοί της άλλωστε. Όμως κατάφερε να γίνει Διευθύντρια πριν την πιάσουν για κάτι σοβαρό. Τότε τής δόθηκε η ιδανική, η μεγάλη Ευκαιρία. Που ή την αρπάζεις, ή περιμένεις όλη σου την υπόλοιπη ζωή, μάταια, να ξανάρθει.
Την άρπαξε. Κάμποσες εκατοντάδες εκατομμύρια.
Κι εξαφανίστηκε. Άλλοι λένε κάπου στη Βραζιλία, άλλοι στην Ταϋλάνδη. Κανείς δεν ξέρει πραγματικά, ούτε καν οι δικοί της.
Οι γονείς της πέθαναν γρήγορα και σχεδόν ταυτόχρονα, φαρμακωμένοι και καταντροπιασμένοι. Τα παιδιά της, τα παιδιά της καταχράστριας, μεγάλωσαν όπως όπως, με τον εργένη αδερφό της, στιγματισμένα, ζωντόρφανα και από τους δύο γονείς.
Τα εκατομμύρια των Αξιότιμων Καταθετών της Εριτίμου Τραπέζης, αγνοούνται ακόμα. Μαζί με την Τύχη της Χοντρής.

.

h1

ΝόΤΙΑ ΤΗΣ ΣΑΝΤΟΡίΝΗΣ, ΒόΡΕΙΑ ΤΗΣ ΚΡήΤΗΣ: ΟΙ ΜΥΣΤΗΡΙώΔΕΙΣ ΝήΣΟΙ

July 28, 2008

Κάποιοι γέροι ναυτικοί διηγούνται, αν τους κέρασεις αρκετό ποτό και λυθεί η γλώσσα τους, πως νότια της Σαντορίνης και βόρεια της Κρήτης, εκεί που τώρα είναι μόνο ανοιχτό πέλαγο κι απύθμενη άβυσσος, υπήρχαν κάποτε, πριν τον Κατακλυσμό, εκείνα τ’ αλλόκοτα νησιά, για τα οποία οι περισσότεροι πιστεύουν πως δεν υπήρξαν ποτέ, και δεν θα υπάρξουν ποτέ, ενώ κάποιοι άλλοι τα ψάχνουν ακόμα, στους Ωκεανούς του Κόσμου. Ήταν η νήσος Αβασάνιος, που οι κάτοικοί της ζούσαν μέσα στο μέλι και στο γάλα, και πέθαιναν μόνο κατά βούληση, ανώδυνα, όταν και αν βαριόταν τη ζωή, υγιέστατοι, αγέραστοι, ακμαίοι, χωρίς να έχουν γνωρίσει ποτέ τον παραμικρό πόνο και την παραμικρή θλίψη. Ήταν η Καυλόνησος, η νήσος του Έρωτα, όπου οι κάτοικοι και οι επισκέπτες άλλο δεν έκαναν ολημερίς κι ολονυχτίς απ’ το να χαίρονται τα κορμιά τους, χωρίς αναστολές και ενοχές- αναστέναζαν και βογγούσαν τα χωριά της, οι ρούγες της, οι παραλίες της, οι κάμποι της, οι λόφοι της, η κάθε γωνιά της, κάθε στιγμή της μέρας και της νύχτας. Ήταν και η νήσος Αγάπανθος, με τους αφύσικα αθώους, πράους και άκακους κατοίκους της, που δεν γνώριζαν τον Διάβολο και την Κόλαση, ούτε στα μέσα τους ούτε και στ’ απ’ έξω τους, και που οποίος πατούσε το πόδι του στο νησί, κι ας ήταν ο μεγαλύτερος εγκληματίας, γινόταν ξαφνικά το ίδιο αθώος κι άκακος, σαν αρνί.
Μα το πιο παράξενο απ’ όλα τα Χαμένα Νησιά, λένε οι γερο-ναυτικοί, ήταν η νήσος Καϋμός. Ένα μικροσκοπικό ξερονήσι, ακατοίκητο και φαινομενικά ασήμαντο, που όμως στα σκονισμένα Αρχεία του ταπεινού και μισογκρέμισμενου του Δημαρχείου, ήταν λέει γραμμένοι αλφαβητικά όλοι οι άνθρωποι της ερμής τούτης γης, χωρίς καμμιάν απολύτως εξαίρεση- όλοι όσοι υπήρξαν κάποτε, όλοι όσοι υπήρχαν τότε, όλοι όσοι υπήρξαν από τότε, κι όλοι όσοι θα υπάρξουν ποτέ…
.
Γκρόττα, 28 Ιουλίου 2ΟΟ8

h1

"….", ΣΚέΦΤΗΚΕ Τό ΠΡώΤΟ ΚΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑίΟ ΕΝάΡΕΤΟ ΚΟΥΝΟύΠΙ ΤΟύ ΚόΣΜΟΥ, ΠΡΙΝ ΓίΝΕΙ ΑΛΟΙΦή (συμπλήρωσε το!)

July 23, 2008

Ήταν κάποτε ένα κουνούπι, όπως όλα τα κουνούπια. Ζούσε σαν βρυκόλακας, τσιμπώντας τους ανθρώπους και ρουφώντας τους το αίμα. Όλη την ημέρα κρυβόταν στη σκιά και στα πιό σκοτεινά μέρη, και το βράδυ, μόλις έπεφτε το σκοτάδι, ξεκινούσε τις αιμοβόρες του επιδρομές. Όπως όλα τα κουνούπια.
Ήξερε καλά πως οι άνθρωποι εξαιτίας του έχαναν τον ύπνο τους, και πως το τσίμπημά του τους προκαλούσε μεγάλη ενόχληση, έντονη φαγούρα, πρήξιμο, πόνο, μέχρι και σοβαρή μόλυνση, καμμιά φορά. Το κουνουπάκι μας όμως, όπως άλλωστε και όλα τα κουνούπια, δεν έδινε δεκάρα για όλ’ αυτά: αρκεί να έπινε εκείνο το αιματάκι του, κι ας υπέφεραν οι άλλοι όσο ήθελαν… Πρόβλημά τους!
Επωφελούμενο λοιπόν από το σκοτάδι, μόλις έπεφτε η νύχτα, άρχιζε να τσιμπάει χωρίς καμμιάν αναστολή όποιον άνθρωπο έβρισκε μπροστά του, ξύπνιο ή κοιμισμένο, άντρα ή γυναίκα, παιδί ή ενήλικα. Δεν λυπόταν ούτε τους ηλικιωμένους και τους αρρώστους, κι ας υπέφεραν ήδη αρκετά και χωρίς τα δικά του τσιμπήματα, δε λυπόταν ούτε καν τα μικρά παιδιά, στα οποία το τσίμπημά του συχνά πρήζονταν και γινόταν μεγάλο σαν καρούμπαλο, βάζοντάς τα να κλαίνε για ημέρες. Τσιμπούσε κι έφευγε μέσα στο σκοτάδι χωρίς καμμία τύψη. Έτσι δεν έκαναν όλα τα κουνούπια του Κόσμου, από την αρχή του Κόσμου;
Μιά μέρα όμως, κοντά στα ξημερώματα, όταν ως συνήθως είχε χορτάσει πια αίμα και δαγκώματα, ένιωσε ξαφνικά αηδία για την ως τότε διαγωγή του. “Μα είναι ζωή αυτή”, σκέφτηκε, “να ζω σαν παράσιτο, πίνοντας το αίμα αθώων, να κρύβομαι από το φως της ημέρας και να λυμαίνομαι τα σκοτάδια της νύχτας, να προκαλώ μόνο ενόχληση, πόνο, και προβλήματα στους άλλους”;
Το σκέφτηκε, το ξανασκέφτηκε, το ξανα- μάτα- σκέφτηκε, και τελικά κάτι άστραψε μέσα στο μυαλουδάκι του: το κουνουπάκι μας μετανόησε!
Αποφάσισε που λέτε ξαφνικά ν’ αλλάξει ζωή και να μπει στον ίσιο δρόμο. Αποφάσισε να μην ξανατσιμπήσει άνθρωπο, να μην ξανακρυφτεί στο σκοτάδι, να βγει και να ζήσει θαραλλέα στο Φως!
Πώς όμως τού ήρθαν όλες αυτές οι θαυμαστές ιδέες; Χωρίς αμφιβολία, σκέφτηκε, επρόκειτο για μιαν Αποκάλυψη που προέρχονταν από τον ίδιο τον Θεό, του οποίου την αδιαμφισβήτητη Ύπαρξη είχε συνειδητοποίησει ξαφνικά, ως εκ θαύματος, με ρίγη συγκίνησης. Τί ευτυχία! Θα γινόταν το πρώτο ενάρετο κουνούπι του κόσμου!
Το κουνουπάκι μας ήταν ενθουσιασμένο, γεμάτο χαρά για τη νέα, φωτεινή ζωή που ανοιγόταν μπροστά του. Δεν έβλεπε την ώρα ν’ ανακοινώσει την Φώτισή του και στα υπόλοιπα κουνούπια, καλώντας τα ν’ ακολουθήσουν κι εκείνα το παράδειγμά του: ύστερα από αιώνες Σκοταδιού, μια Νέα Εποχή ξημερώνε για το Γένος των Κουνουπιών, μια υπεροχή εποχή Φιλίας με τους ανθρώπους, Αρετής, και Φωτός, μια νέα ζωή για όλα τους, χωρίς εξαίρεση, στο Δρόμο του Θεού. Ένιωθε περήφανο για την μεγάλη τιμή που τού είχε γίνει, να είναι εκείνο το Εκλεκτό Κουνούπι, το πρώτο που πήρε το – δίχως αμφιβολία- Θείο Μήνυμα της Σωτηρίας. Πόσο ανυπομονούσε να σώσει και τα υπόλοιπα κουνούπια! Έπρεπε όμως να περιμένει ως το βράδυ, γιατί είχε ήδη φέξει και είχαν όλα τρέξει να κρυφτούν στα σκοτεινά και στ’ άφεγγα, όπως όπως, σαν τους δειλούς, σαν τους κλέφτες, σαν τους εγκληματίες…
.
… Ο αγουροξυπνημένος άνθρωπος πρόσεξε αμέσως στον τοίχο το σιχαμερό κουνούπι που τον είχε βασανίσει όλη νύχτα, κι η άμεση αντίδρασή του ήταν να το λιώσει με την παλάμη του. Το νεοφώτιστό μας ενάρετο κουνουπάκι, ασυνήθιστο στο φως του Ήλιου, αποκαμωμένο από τον ενθουσιασμό κι από την πρωινή αϋπνία, δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Μόλις που πρόλαβε να σκεφτεί…
ΤΊ ΝΑ ΣΚΈΦΤΗΚΕ ΆΡΑΓΕ ΤΟ ΕΝΆΡΕΤΟ ΚΟΥΝΟΥΠΆΚΙ ΠΡΙΝ ΓΊΝΕΙ ΤΈΩΣ-ΚΟΥΝΟΥΠΆΚΙ;