1 Τω καιρώ εκείνω, εδίδασκεν αυτοίς ο Κύριος, λέγων: 2 Άνθρωπός τις άστεγος, πένης και κουρελής, απελπισμένος και πεινασμένος, εκείτο αναίσθητος εις περιοχήν έρημον, ύποπτον, σκοτεινήν και κρύαν λίαν, ας είπομεν εις τού Ρέντη, πέριξ του εμπορικού κέντρου, άγρια ξημερώματα, ντάλα χειμώνα 3 εκρύωνεν ο τάλας τα μάλα, επεινούσε, και θα έλεγεν, εάν αναίσθητος ούκ ήτο, που ήτο, “τί την θέλω την ρημάδαν την ζωήν;”
4 Αίφνης, 4χ4 τί τερατώδες, ας είπομεν Porshe Cayenne, εσταμάτησεν έμπροσθεν αυτού 5 εξ αυτού εξήλθε γυνή ελαφρών ηθών, μινιφορούσα και ελεήμων 6 ιδούσα έμπροσθέν αυτής το προαναφερθέν ανθρώπινον ράκος, επρόσφερεν αυτώ αυθορμήτως ίδιον γυρόπιτον, άρτι αγορασθέν εκ ξενυχτάδικης ψησταριάς 7 ο πτωχός δεν πρόλαβε να την ιδεί, αφού εκείνη επεβιβάσθη του οχήματος και εξηφανίσθη ως αστραπή 8 εξύπνησεν όμως εκ τού ληθάργου, και είδεν, και ιδού, ενώπιον του, λαχταριστόν και αχνιστόν γυρόπιτον εκ τού πουθενά.
9 Ο άνθρωπος εδίστασεν 10 εσκέφθη, “ποίος μοί έστειλε το δώρον τούτον, και διατί; 11 και, διατί να δεχθώ την δωρεάν ταύτην, αφού δεν θα χορτάσω, αλλά κι εαν χορτάσω και πάλιν θα ξαναπεινάσω, και στο κάτω κάτω έτσι κι αλλιώς σε λίγο θα τα τινάξω εκ της πείνας και τού κρύου;”
12 Ούτως ελάλησεν προς αυτούς Κύριος Κύριος, και εδίδασκεν αυτοίς, λέγων 13 ιδού το νόημα της παρούσας παραβολής: Ο αναίσθητος άστεγος είναι η Ψυχή εν μέσω του Τίποτα, είς την ανυπαρξίαν, την πριν και μετά τη γέννησιν 14 το δε γυρόπιτον, η Ζωή εστί 15 αμαρτωλοί, μην αναρωτιέστε, ως ο πεινασμένος της παραβολής, εαν αξίζει τον κόπον να το φάτε ή όχι 16 ότι η ζωή δώρον εστί, μετά ημερομηνίας λήξεως, ναι, μετά προβλημάτων χιλίων και μυρίων, ναι, αλλά σπουδαίο δώρον εστί, η άτιμη, παρ ‘ όλα αυτά 17 Χαρείτε την, καταβροχθίστε την, χωρίς να ψάχνετε ποίος σάς την έδωκεν και διατί, χωρίς ν΄αναζητάτε κάποιον βαθύτερον νόημα εις αυτήν, χωρίς να περιμένετε να κρατήσει διά πάντα, χωρίς να ελπίζετε να χορτάσετε
18 Αυτά είπε και ελάλησε 19 και επίστευσαν εις αυτόν οι μαθηταί αυτού, αμήν 20 κι ούτε εγώ ήμουν εκεί, ούτε σείς, για να με πιστέψετε, αμήν αμήν 21 πιστέψτε με όμως, και δεν θα χάσετε, αμήν αμήν αμήν 22 και καλή σας όρεξη, εις τους αιώνας των αιώνων, αμήν-ν!
